Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοκρατια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοκρατια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

TI EINAI ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η δημοκρατία που αντλεί από την ανάλυση του Κορνήλιου Καστοριάδη, δεν είναι η τέλεια και η ιδανική κοινωνία, αλλά μία όσο το δυνατόν δίκαιη κοινωνία, στην οποία συμμετέχουν όλοι στην εξουσία, στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δημιουργία και την απονομή του δικαίου, στον ενδελεχή και διαρκή έλεγχο κάθε ρητής εξουσίας.
Μία κοινωνία στην οποία τα ζητήματα της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης παραμένουν πάντοτε ανοικτά στον κοινό δημόσιο χώρο. Μία τέτοια κοινωνία αντιστοιχεί στο πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση, διότι δεν μπορεί να νοηθεί δημοκρατία χωρίς την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην εξουσία, χωρίς την κυριαρχία του δήμου, άρα αποκλείεται η αντιπροσώπευση και η ανάθεση σε κόμματα και γραφειοκράτες. Φυσικά αυτά δεν είναι εύκολα, δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη ούτε αποκλείουν τα λάθη, τα σφάλματα και γι’ αυτό χρειάζονται κατάλληλο ήθος, επαγρύπνηση, αυτοσυνείδηση, παιδεία, θεσμοί αυτοπροστασίας και αυτοπεριορισμού.
Το επόμενο ζήτημα που τίθεται είναι το πώς μπορεί να υπάρξει σήμερα η δημοκρατία, τι οργανωτική μορφή μπορεί να έχει στις σύγχρονες κοινωνίες των πολλών εκατομμυρίων ατόμων. Έχω προσπαθήσει στα δύο τελευταία μου βιβλία να θέσω ένα πλαίσιο πολιτικής δράσης για τις σημερινές κοινωνίες και δή την ελληνική, με συγκεκριμένους στόχους και συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές, αφ’ ενός για μια προοπτική εξόδου από τη γενικευμένη παρακμή και αφ’ ετέρου για χάραξη ενός δρόμου προς τη δημοκρατία.13 Το πλαίσιο αυτό, που είναι πρόταση για διάλογο, αποδεικνύει πως δεν θεωρώ τη δημοκρατία «αφηρημένο μέγεθος», όπως κακώς νομίζει ο Α.Γ., αλλά συγκεκριμένο και πρακτικό πολιτικό.
Από την άλλη, η γενική μου γνώμη είναι ότι ένα δημοκρατικό σύστημα θα μπορούσε να είχε ως οργανωτική βάση τη μορφή των Συμβουλίων, όπως την ανέπτυξε ο Καστοριάδης και αργότερα η Άρεντ. Δηλαδή πολύ σχηματικά και συνοπτικά: οι γενικές συνελεύσεις των εργαζομένων, των τοπικών διαμερισμάτων, των περιφερειών, των επιχειρήσεων, των Πανεπιστημίων κ.ο.κ. εκλέγουν ή κληρώνουν τα Συμβούλια, τα οποία είναι υπόλογα στη συνέλευση και ανακλητά από αυτήν. Τα Συμβούλια σε δεύτερη φάση συγκροτούν την Συνέλευση των Συμβουλίων υπόλογη στις συνελεύσεις και από την οποία μπορεί ενδεχομένως να ορισθεί ένα Εκτελεστικό συμβούλιο, υπόλογο με τη σειρά του στη Συνέλευση των Συμβουλίων και ανακλητό από αυτή. Εξυπακούεται ότι τα μέλη των Συμβουλίων δεν είναι αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι, αλλά εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων που λαμβάνουν οι συνελεύσεις, οι οποίες είναι η κύρια πηγή των ουσιαστικών αποφάσεων και ο μοναδικός φορέας της εξουσίας.
Το σύστημα των συνελεύσεων και των Συμβουλίων εμπνέεται από την ιστορική κοινωνικο-πολιτική δραστηριότητα των συλλογικοτήτων και όχι από θεωρίες και μοντέλα διανοουμένων. Το σύστημα αυτό ανέδειξαν οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα, αλλά και η νεότερη πολιτική αντισυστημική πραγματικότητα σε εξεγέρσεις, όπως στην Κομμούνα του 1871, στα Σοβιέτ των εργατών, των αγροτών και στρατιωτών το 1905 και το 1917 στη Ρωσία (πριν τα εξουδετερώσουν ο Λένιν και το κομμουνιστικό κόμμα), στην Κροστάνδη το 1921, στην Γερμανία το 1918-19, στην Ουγγαρία το 1956. Όπως σημειώνει η Hannah Arendt «το σύστημα των Συμβουλίων φαίνεται να ανταποκρίνεται και να ξεπηδά από την ίδια την εμπειρία της πολιτικής δράσης».
Το σχήμα αυτό, όπως είναι εμφανές, δεν έχει ως μοντέλο την Αθήνα του 5ου ή του 4ου αιώνα, διότι οι κομμουνάροι του 1871, οι εργάτες, οι αγρότες και οι στρατιώτες της τσαρικής Ρωσίας δεν νομίζω να είχαν μελετήσει την αθηναϊκή δημοκρατία. Από την άλλη, αυτό το γενικό σχήμα δεν σημαίνει αναζήτηση «προτύπου» ή «μοντέλου», «εξιδανίκευση» ή «μυστικοποίηση», ούτε προδικάζει κάτι, αλλά αποτελεί βάση για συζήτηση και προσανατολισμό, μία υπόθεση εργασίας. Ταυτοχρόνως μπορεί να είναι μία δυνητική απάντηση στο μόνιμο ερώτημα πολλών: πώς, με τι μορφή, μπορεί να γίνει εφικτή σήμερα η (άμεση) δημοκρατία; Αυτό βεβαίως που έχει τον καθοριστικό ρόλο είναι πάντοτε η βούληση και η κοινωνική-πολιτική πράξη του ανώνυμου συλλογικού, το οποίο χαράσσει εν τέλει την καινούρια θέσμιση, όπως ήδη ανέφερα. Ουδείς μπορεί να περιγράψει ακριβώς πώς μπορεί να είναι μία μελλοντική δημοκρατική κοινωνία ούτε έχει κάποιο νόημα άλλωστε. Γι αυτό αν στο προηγούμενο σύστημα Συμβουλίων εισέλθει κανείς σε λεπτομέρειες για αρμοδιότητες, λειτουργίες, θεσμούς κ.ο.κ. δεν αποφεύγει την κατάληξη σε περιγραφή ενός προγράμματος, ενός μοντέλου ή προτύπου. Προσωπικώς, αποφεύγω την οδό των προγραμμάτων, των μοντέλων και των προτύπων, επιχειρώ όμως αφ’ ενός να δείξω ότι η σημερινή κατάσταση είναι απαράδεκτη και αντιδημοκρατική, αφ’ ετέρου δε να αναλύσω τις αρχές που θα πρέπει να ισχύουν σε μία ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία.
Αν υπάρχουν άλλες πολιτικές προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στο διάλογο. Πάντως υπάρχει και η πρόταση του κομμουναλισμού από τον Murray Bookchin που μπορεί να θεωρηθεί παραλλαγή των προτάσεων του Καστοριάδη και της Άρεντ. Υπάρχουν όμως και εναλλακτικές κατευθύνσεις που προτείνονται από άλλες πλευρές, όπως η πρόταση για συνδυασμό τοπικών συνελεύσεων και συχνών τακτικών δημοψηφισμάτων, κατόπιν επαρκούς ενημέρωσης, πληροφόρησης και ανταλλαγής απόψεων, τα οποία είναι εύκολο να γίνουν σήμερα με τα εκπληκτικά ηλεκτρονικά και ψηφιακά μέσα μαζικής επικοινωνίας που διατίθενται πλουσιοπάροχα στη σύγχρονη εποχή. Με άλλα λόγια υπάρχει σχετική συζήτηση σε βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, ηλεκτρονικά μέσα, την οποία ο Α.Γ. φαίνεται να πιστεύει ότι αγνοώ – πρόκειται πάλι για λανθασμένη άποψη.
Εν πάση περιπτώσει, η σημερινή κατάσταση επιβάλλει μία συζήτηση για τη μορφή και τα μέσα της μελλοντικής δημοκρατίας, η οποία γίνεται όπως γίνεται, και πρέπει να συνεχισθεί από όσους ενδιαφέρονται. Το ερώτημα έχει τεθεί και δεν μπορεί να το παρακάμπτουμε: Τι είναι η δημοκρατία; Το να συζητάμε ελεύθερα για τη δημοκρατία είναι μία δημοκρατική και δημιουργική πράξη. Χρειάζονται πρωτίστως καλόπιστοι συνομιλητές που συνδιαλέγονται με ιδέες και απόψεις και όχι κακόπιστοι και διαστρεβλωτές.
ΙΙΙ
Για να φανεί ο αδιέξοδος τρόπος σκέψης του Α.Γ. θα σχολιάσω ένα χαρακτηριστικό του χωρίο: «Προβάλλεται διαρκώς στο προσκήνιο η τάχα δήθεν συζήτηση περί του δημόσιου χώρου και των κοινών, αλλά τα παραπάνω γίνονται με απολύτως μεταφυσικό τρόπο (...) Κανείς τους δεν φαίνεται από αυτούς να είναι ικανός να τα ορίσει συγκεκριμένα και να τα υποδείξει». Από αυτό και μόνο το χωρίο είναι εμφανής η αδιέξοδη πολεμική και ο κλειστός τρόπος σκέψης, που συνοψίζονται σε τρία σημεία: πρώτον, ο Α.Γ. κατηγορεί όλους τους άλλους γενικώς και αορίστως ότι κάνουν «τάχα δήθεν συζήτηση περί του δημόσιου χώρου και των κοινών», ενώ αυτός όχι. Δεύτερον, όλοι οι υπόλοιποι το κάνουν με «απολύτως μεταφυσικό τρόπο», ενώ αυτός όχι. Τρίτον, «κανείς δεν φαίνεται δεν είναι ικανός να τα ορίσει συγκεκριμένα και να τα υποδείξει», ενώ αυτός είναι ο μόνος ικανός. Δηλαδή, ο Α.Γ. δημιουργεί, με αφορισμούς και γενικόλογους χαρακτηρισμούς, λανθασμένες αρνητικές εντυπώσεις για τους άλλους, δημιουργώντας επίσης την λανθασμένη εντύπωση ότι αυτός είναι ο μόνος σωστός.
Αυτός είναι ο τρόπος που είπα στην αρχή, ο οποίος δεν επιτρέπει τη δημιουργική συζήτηση, διότι δεν έχει συγκεκριμένα επιχειρήματα για συγκεκριμένες απόψεις, απλώς απορρίπτει, απαξιώνει και «δαιμονοποιεί» γενικώς και αορίστως όλους τους άλλους και «καταξιώνει» μόνο το εγώ του Α.Γ. Οι αρχαίοι έχουν πολλά να προσάψουν στο «μούνος ποικίλα» και στο «μόνος φρονείν», διότι εκφράζουν μία υβριστική και εν τέλει αντιδημοκρατική στάση.
Στα τρία αυτά σημεία έχω τα εξής σχόλια. Στο πρώτο: η συζήτηση μπορεί να γίνει μόνο με την κριτική συγκεκριμένων θέσεων με έλλογα επιχειρήματα, πράγμα που δεν κάνει ο Α.Γ. και η έλλειψη αυτή φαίνεται και στη συνέχεια. Στο δεύτερο σημείο: το να προσπαθείς να κάνεις συζήτηση για το δημόσιο χώρο και τα κοινά, να έχεις ιδέες, οράματα, προτάσεις, σχέδια δεν είναι γενικώς «μεταφυσική». Για να είναι χρειάζεται να δοθούν έλλογες αποδείξεις για συγκεκριμένες απόψεις συγκεκριμένων ατόμων, πράγμα που δεν κάνει ο Α.Γ. Μεταφυσική είναι λ.χ. η άποψη του Περικλή Αργυρόπουλου που ό ίδιος ο Α.Γ. αναφέρει θετικά: «Αν ο άνθρωπος δημιούργησε τους νόμους και τα κράτη, είναι ο Θεός που δημιούργησε τον δήμο». Είναι μεταφυσική, διότι εισάγει ένα φανταστικό μη όν, έξω από την πραγματικότητα και την κοινωνία, πέρα από τη φύση, απρόσιτο στις ανθρώπινες ιδιότητες και τη λογική, και του αποδίδει δημιουργικές ικανότητες που μόνο ο άνθρωπος και οι ανθρώπινες κοινωνίες διαθέτουν. Με άλλα λόγια, ο θεός δεν δημιούργησε τον δήμο, διότι αφ’ενός ο θεός είναι μία φαντασιακή σημασία, δημιούργημα του ανθρώπου και αφ’ετέρου ο δήμος δημιουργήθηκε από ανθρώπους και από το κοινωνικό φαντασιακό, ασχέτως αν κάποιες κοινωνίες αναφέρονται σε θεούς και δαίμονες. Δηλαδή, ο Α.Γ. χρησιμοποιεί χωρίς στήριξη τον όρο «μεταφυσικός», και μάλλον με λανθασμένο τρόπο, διότι ενώ κατηγορεί γενικώς τους άλλους για μεταφυσική, εν τούτοις παραθέτει ασμένως την μεταφυσική άποψη του Αργυρόπουλου.14
Στο τρίτο σημείο: υπάρχουν αρκετοί στοχαστές που έχουν αναπτύξει τις έννοιες του δημοσίου χώρου και των κοινών, όπως η Χάννα Άρεντ, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Μάρεϊ Μπούκτσιν και κάποιοι μεταγενέστεροι, οι οποίοι δεν είναι καθόλου μεταφυσικοί. Από την άλλη, μπορεί κάποιος να διαφωνεί με αυτούς σε κάποια σημεία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «κανείς από αυτούς δεν είναι ικανός να τα ορίσει συγκεκριμένα και να τα υποδείξει». Ας αποδείξει λοιπόν ο Α.Γ. με επιχειρήματα, και όχι να παραθέτει αφορισμούς και αυθαίρετες γενικολογίες, ότι όλοι αυτοί είναι μεταφυσικοί ή ότι έχουν λάθος και ας υποδείξει ο ίδιος τα σωστά.
Επομένως, είναι εμφανής ο κλειστός και αδιέξοδος τρόπος σκέψης του Α.Γ. Το κύριο που τον απασχολεί είναι οι άλλοι, ότι οι άλλοι δεν ξέρουν τι λένε, και μόνο αυτός ξέρει. Αλλά τι ξέρει και τι λέει επιτέλους ο Α.Γ.; Όχι σπουδαία πράγματα, ούτε καν το βασικό – τι είναι δημοκρατία -, όπως θα φανεί στα επόμενα.
IV
Ο Α.Γ. στο άρθρο του, όπως είπα, μετατοπίζει αυθαιρέτως και τεχνηέντως τη συζήτηση σε ζητήματα που δεν έθιξα στο κείμενό μου για τον Eco, δεν ήταν άλλωστε αυτό το κίνητρό μου ούτε ο στόχος μου. Επιβάλλεται λοιπόν στα καινούργια ζητήματα που ανακινεί ο Α.Γ. να πω λίγα λόγια. Επικεντρώνομαι σε κάποια συγκεκριμένα σημεία, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι προβληματικά.
1) Ο κλειστός τρόπος σκέψης οδηγεί τον Α.Γ στις παρερμηνείες. Έτσι παρερμηνεύει, εκτός από εμένα, και τους Dunn-Skinner, όταν συμπεραίνει ότι οι απόψεις τους θέτουν «τη δημοκρατία στο μουσείο της πολιτικής ιστορίας» και προεξοφλούν το αδύνατο κάθε μελλοντικής προοπτικής, επειδή, κατά τη γνώμη του, οι δύο αυτοί συγγραφείς είναι «ένθερμοι υποστηρικτές τους παρελθόντος της δημοκρατίας». Μα τα περισσότερα κείμενα του βιβλίου, που έχει επιμεληθεί, έχει γράψει τον Πρόλογο και τα Συμπεράσματα ο John Dunn, προσπαθούν να δείξουν ακριβώς το αντίθετο, ότι η δημοκρατία δεν τελείωσε, συνεχίζει το ταξίδι της. Το λέει άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου, Δημοκρατία. Το ταξίδι που δεν τελείωσε (508-1993). Πόσο πιο σαφείς να γίνουν οι άνθρωποι; Η φράση «το ταξίδι που δεν τελείωσε» σημαίνει σε απλά ελληνικά ότι η δημοκρατία συνεχίζει να απασχολεί τους μεταγενέστερους, δεν έχει τεθεί «στο μουσείο της πολιτικής ιστορίας» και δεν μπορεί να τεθεί.15 Ο Α.Γ. παρερμηνεύει και διαστρεβλώνει τους δύο συγγραφείς, διότι νομίζει ότι αυτοί έχουν την αθηναϊκή δημοκρατία ως «ιδανικό πρότυπο», και θεωρεί ότι η άποψή τους είναι «ιστορικά εσφαλμένη και πολιτικά παραπλανητική»! Φυσικά οι εξηγήσεις που δίνει για να στηρίξει τους χαρακτηρισμούς αυτούς είναι έωλες, όπως θα επιχειρηματολογήσω στην αμέσως επόμενη ενότητα και στην ενότητα 9. Στη φαντασία τού Α.Γ. όποιος γράψει θετικά πράγματα για την αθηναϊκή δημοκρατία, σημαίνει ότι την χρησιμοποιεί ως «ιδανικό πρότυπο», ως «καθαρή δημοκρατία» κ.λπ. Για να είναι κανείς αποδεκτός στον κλειστό κόσμο του Α.Γ. θα πρέπει να γράφει κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας, να την παραποιεί, να κακοποιεί τον Περικλή, τον Επιτάφιο, όπως ο Eco ή άλλα σχετικά τεκμήριά της.
2) Το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας επήλθε το 338 π.Χ. από τις μακεδονικές φάλαγγες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου και οριστικά το 322 π.Χ., μετά την τελευταία απόπειρα των Αθηναίων και άλλων Ελλήνων να αποκτήσουν την ελευθερία τους από τον μακεδονικό ζυγό. Έκτοτε δεν υπήρξε ξανά ελευθερία και δημοκρατία επί δύο χιλιάδες χρόνια και πλέον, όπως λέει πολύ σωστά ο Dunn. Αυτή είναι μία ιστορική αλήθεια. εάν ο Α.Γ. όντως την αμφισβητεί, ας προσκομίσει στοιχεία ιστορικά που να πιστοποιούν την ύπαρξη δημοκρατίας.16 Για να το κάνει όμως αυτό θα πρέπει πρώτα να ορίσει τι είναι η δημοκρατία, αναφέροντας μορφή διακυβέρνησης, χαρακτηριστικά πολιτεύματος, θεμελιώδεις αρχές, αξίες. Αν και ο Α.Γ. μιλάει σε όλο το άρθρο του για δημοκρατία εν τούτοις δεν την ορίζει πουθενά. Δεν θέτει καν το βασικό ερώτημα.
Όσον αφορά τώρα το ίδιο το ιστορικό γεγονός της στρατιωτικής επικράτησης των Μακεδόνων και της υποδούλωσης των ελληνικών πόλεων από αυτούς, ο Α.Γ. το εξετάζει εν παρόδω και το σχετικοποιεί με γενικότητες, όπως ότι «υπήρξε κρίση της δημοκρατικής πόλεως», ότι «η δημοκρατία των πόλεων έχει ήδη απωλέσει τεράστιο βαθμό από την αυτονομία της», ότι «υπήρξε ανεπάρκεια του κλειστού συστήματος της αυτόνομης πόλης». επίσης κάνει λόγο για «συμμαχίες των ελληνικών πόλεων υπό τη δεσποτεία του Φιλίππου», για «εναλλακτικές λύσεις που αναζήτησε ο ελληνικός κόσμος για να περάσει το σύστημα της αυτοπολιτείας σε ένα δεύτερο, πιο διευρυμένο γεωγραφικά, επίπεδο»! Αυτά είναι αστήρικτες εικασίες του Α.Γ. και εξυπηρετούν, άθελά του ίσως, την ιδεολογία κάποιων κύκλων που υποστηρίζουν την επεκτατική πολιτική των Μακεδόνων κατά της δημοκρατίας. Κάποιοι δηλαδή ευφάνταστοι φιλομακεδόνες, φιλομοναρχικοί και αντιδημοκράτες, με δήθεν επιχειρήματα περί παρακμής των ελληνικών πόλεων και της δημοκρατίας παρουσιάζουν την επεκτατική πολιτική και την επικράτηση του Φιλίππου ως ιστορική αναγκαιότητα για την «ένωση των Ελλήνων» κατά των Περσών.17 Οι κατασκευές αυτές αποφεύγουν το σημαντικότερο και συγκαλύπτουν την ουσία των γεγονότων. Επιχειρούν να αποσείσουν από τη μακεδονική μοναρχία το μελανώτερο σημείο της: την καταστροφή της ελευθερίας και της αυτονομίας των ελληνικών πόλεων (το αυτόνομον, το αυτόδικον, το αυτοτελές), την οριστική εξαφάνιση της δημοκρατίας και τη βύθιση του κόσμου στον μονόδρομο και την αυθαιρεσία της απόλυτης μοναρχίας. Τόσοι αιώνες πολιτικού πολιτισμού, δημοκρατίας και ελεύθερου στοχασμού ενταφιάσθηκαν από τις σάρισες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, ανακόπηκε κάθε πιθανή αναβάθμιση της πολιτικής και πολιτισμικής ζωής των πόλεων και των συμμαχιών τους.18Ό,τι δεν κατάφερε η ανατολική δεσποτεία των Περσών το 490 π.Χ. και το 480 π.Χ. το κατάφερε η μακεδονική δεσποτεία το 338 π.Χ και το 322 π.Χ.
Επρόκειτο για κοσμοϊστορική ανατροπή η οποία έμελλε να οδηγήσει στη βαρβαρότητα Ανατολή και Δύση για πολλούς αιώνες. Η ήττα της Αθήνας και η αρνητική αλλαγή που επέφερε η μακεδονική λαίλαπα είναι συγκλονιστικότερο και σημαντικότερο γεγονός από τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Δυστυχώς δεν υπήρξε ένας ιστορικός της ολκής του Θουκυδίδη για να περιγράψει τη σύγκρουση ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και τη δημοκρατία, από τη μια πλευρά, και την μακεδονική ηγεμονική ισχύ, από την άλλη. Υπάρχουν όμως οι σημαντικοί και δραματικοί λόγοι του Δημοσθένη στην εκκλησία του δήμου, στους οποίους ο διορατικός πολιτικός αναδεικνύει δέκα χρόνια πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας τους απώτερους στόχους του Φιλίππου για πλήρη υπόταξη των ελληνικών πόλεων και διαβλέπει ότι το διακύβευμα είναι ακριβώς η ελευθερία. Σε αυτήν την σύγκρουση παίχτηκαν πράγματι πολλά και μέγιστα. Η Ιστορία άλλαξε σελίδα προς το χειρότερο, ο κόσμος έγινε φτωχότερος, έρμαιο της αυθαιρεσίας και του αυταρχισμού των Μακεδόνων και των ελληνιστικών μοναρχιών. Η δημοκρατία έσβησε από τον γεωγραφικό και πολιτικό χάρτη, αλλά και από τη σκέψη και τις επιδιώξεις των ανθρώπων μέχρι τον 17ο αιώνα. Η προσφορά των Μακεδόνων στην Ιστορία ήταν αρνητική: κατάργηση της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης των πολιτών, της ισηγορίας, της παρρησίας, της πολιτικής, του ελεύθερου πολίτη και της δημοκρατίας, δηλαδή βαθύτατα ανελεύθερη και αντιδημοκρατική. Είναι από τα μεγαλύτερα πολιτικά και πνευματικά εγκλήματα στην Ιστορία. Είναι κατ’ εξοχήν αρνητικό πολιτικό συμβάν. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κάποιος, πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος εάν οι Μακεδόνες δεν είχαν ενταφιάσει την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και την δημοκρατία.
Η τελευταία πράξη του δράματος περιέχει και το ανθρώπινο στοιχείο. Ο Δημοσθένης μετά την ήττα του 322 π.Χ. προσπάθησε να διαφύγει, αλλά κυκλώθηκε από τους Μακεδόνες διώκτες του στον Ναό του Ποσειδώνα στον Πόρο και αυτοκτόνησε πίνοντας δηλητήριο που είχε μαζί του. Ο Υπερείδης, ο άλλος δημοκράτης πολιτικός της εποχής, συνελήφθη, βασανίσθηκε και πέθανε από τα βασανιστήρια των Μακεδόνων. Ο Αντίπατρος κατήργησε οριστικώς το δημοκρατικό πολίτευμα και εγκαθίδρυσε μία εξαρτημένη ολιγαρχία, προς αγαλλίαση των πάσης φύσεως αντιδημοκρατών. Από τους 30.000 πολίτες που είχε τότε η Αθήνα μόνο οι 9.000 διατήρησαν τα δικαιώματά τους, δηλαδή τα ανώτερα στρώματα και οι «μακεδονίζοντες». Οι υπόλοιποι μετανάστευσαν στη Θράκη ή έμειναν στην Αθήνα σε αξιοθρήνητη και ταπεινωτική κατάσταση. Δεν υπάρχουν πια ελεύθεροι πολίτες, αλλά υπήκοοι και δούλοι στα αχανή ελληνιστικά βασίλεια. Το δράμα των ηττημένων Αθηναίων έμελλε να το βιώσουν στους μετέπειτα αιώνες πολυάριθμα ανθρώπινα σύνολα.
3) Ο Α.Γ. γράφει ότι «η επανάληψη αυτή [για την αθηναϊκή δημοκρατία] … έρχεται σε αντίφαση με μια από τις βασικές προϋποθέσεις του δημοκρατικού ιδεότυπου: την αποδαιμονοποίηση». Από όσο ξέρω ο βεμπεριανός «ιδεότυπος», που είναι ένα θεωρητικό σχήμα, δεν έχει χαρακτηριστικό την «αποδαιμονοποίηση». Άλλωστε η «εξιδανίκευση» ή ο «έπαινος» της δημοκρατίας είναι κάτι αντίθετο από τη «δαιμονοποίησή» της. Ή το ένα ή το άλλο θα υπάρχει, και τα δύο δεν γίνεται. Εκτός και αν ο Α.Γ. εννοεί κάποια άλλη «δαιμονοποίηση», η οποία όμως δεν είναι σαφής στο μέρος αυτού του άρθρου του. Εν πάση περιπτώσει, η φράση αυτή όπως είναι με τα συμφραζόμενά της δεν βγάζει νόημα. Όσον αφορά στις προϋποθέσεις της δημοκρατίας – όχι του «ιδεότυπου» – έχω εξετάσει κάποιες από αυτές στο κείμενό μου «Η άμεση δημοκρατία και οι προϋποθέσεις της».19
4) Υπάρχουν μαρτυρίες πως από τη σχολή του Αριστοτέλη καταγράφηκαν τα πολιτεύματα 158 πολιτειών. Η καταγραφή αυτή πραγματοποιήθηκε ως ιστορική μελέτη, ως πολιτική διερεύνηση, και όχι επειδή υπήρχε η αντίληψη πως όλες αυτές οι πολιτείες είχαν κάποια ιδιαίτερη πολιτική αξία, όπως πιστεύει ο Α.Γ. Όπως θα το έκανε άλλωστε ένας σύγχρονος ιστορικός ή πολιτικός ερευνητής, εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά των υπαρχόντων πολιτειών: αντιπροσωπευτικές, δικτατορικές, μουσουλμανικές, κομμουνιστικές, τριτοκοσμικές κ.ο.κ., χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα επαινούσε όλες αυτές τις πολιτείες. Από τις 158 πολιτείες της αριστοτελικής καταγραφής μόνο οι 5-6 ήταν δημοκρατικές, και διασώθηκε μόνο η Αθηναίων πολιτεία. διασώθηκαν επίσης για τις άλλες πολιτείες ελάχιστα, αλλά πολύτιμα στοιχεία, στα Πολιτικά του ΑριστοτέληΕκεί, λοιπόν, ο φιλόσοφος διακρίνει τις πόλεις αναλόγως του πολιτεύματός τους σε δημοκρατικές, ολιγαρχικές, αριστοκρατικές, τυραννικές. Εξετάζει τι είναι δημοκρατία, τι ολιγαρχία κ.ο.κ., δίνει τους ορισμούς, τα ειδοποιά χαρακτηριστικά, τους θεσμούς και τη λειτουργία εκάστου πολιτεύματος, ενώ εξετάζει, μεταξύ πολλών άλλων, και τρείς πολιτείες με λεπτομέρειες, οι οποίες κατά τη γνώμη του είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία: των Λακεδαιμονίων, των Κρητών και των Καρχηδονίων. Και οι τρείς αυτές πολιτείες ήταν ολιγαρχικές. Το γιατί επιμένει ο φιλόσοφος σε αυτές είναι ένα θέμα που έχω εξετάσει δια μακρών στο βιβλίο μου Η αριστοτελική πολιτεία.20 Εν τέλει ο Αριστοτέλης δεν φαίνεται να εκτιμά ιδιαιτέρως καμία από τις υπάρχουσες στην εποχή του πολιτείες, αφού προσπαθεί να συγκροτήσει θεωρητικώς μία άλλη, είτε αυτή είναι η αρίστη πολιτεία, είτε η πολιτεία των μέσων είτε η «πολιτεία».21
5) Ο Α.Γ. αναφέρει τον όρο «αυτοπολιτεία», μία πολιτεία που έχει δικούς της θεσμούς και δικό της κοινόν, όπως οι αρχαίες ελληνικές πόλεις. Αν καταλαβαίνω καλά, με αυτόν τον νεολογισμό του εννοεί μία πολιτεία ανεξάρτητη, ελεύθερη μη υπόδουλη σε άλλον, αυτοοργανωμένη κ.λπ. Έτσι ήταν σχεδόν όλες οι αρχαίες ελληνικές πόλεις, αλλά και τα περισσότερα σύγχρονα κράτη. Βεβαίως είναι σημαντικό αυτό το χαρακτηριστικό, αλλά τι συμπέρασμα βγαίνει από εδώ και ποια είναι η πολιτική σημασία για την δημιουργία της δημοκρατίας είναι ασαφές, ακαθόριστο και ασημασιολόγητο. Επί πλέον ο Α.Γ. θεωρεί ότι «η αυτοπολιτεία αποτελεί βαθμίδα ποιότητας σημαντικότερη από την ίδια τη δημοκρατία γιατί η δεύτερη είναι μέγεθος απόλυτα εξαρτημένο από το είδος της πρώτης». Εδώ δημιουργείται ένα πρόβλημα, διότι οι αρχαίες ελληνικές πόλεις, όπως ανέφερα προηγουμένως, ήταν ολιγαρχικές, αριστοκρατικές κ.λπ. Άρα, ακολουθώντας τον συλλογισμό του Α.Γ., η αριστοκρατία, η ολιγαρχία και η τυραννίς ήταν «σημαντικότερη βαθμίδα ποιότητας» από τη δημοκρατία! Το πολιτικό συμπέρασμα που συνάγεται από εδώ είναι νεφελώδες και συγκεχυμένο.
Από την άλλη, μπορεί οι αρχαιοελληνικές πόλεις να είχαν το δικό τους κοινόν, όμως η δημοκρατική πόλις διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες στο εξής βασικό στοιχείο: το κοινόν της δημοκρατίας ήταν όντως κοινός χώρος, με την έννοια ότι ανήκε σε όλους τους πολίτες, εντός του οποίου λαμβάνονταν οι αποφάσεις, θεσπίζονταν οι νόμοι, δημιουργούνταν το δίκαιο και η απονομή του, από κοινού. Αντιθέτως, στις ολιγαρχικές και αριστοκρατικές πόλεις ο χώρος αυτός ανήκε ουσιαστικά στους ολίγους ευγενείς ή πλούσιους, όπως γράφει ο ίδιος ο Αριστοτέλης, ενώ οι πολλοί δεν διαδραμάτιζαν κάποιον βαρύνοντα ρόλο, ήταν απλώς κομπάρσοι, επικυρωτές και εκτελεστές των αποφάσεων. Δηλαδή σε αυτές τις πόλεις (Σπάρτη, Κόρινθο, Θήβα, Κρήτη κ.ο.κ.) δεν υπήρχε ουσιαστικός κοινός πολιτικός χώρος. Επί πλέον η πολιτισμική ζωή σε αυτές, στους τομείς της φιλοσοφίας, της ιστοριογραφίας, της γλυπτικής, του θεάτρου, της εκπαίδευσης, ήταν σχεδόν μηδαμινή.
6) Το πρόβλημα του Α.Γ. φαίνεται όταν προσπαθεί να χαρακτηρίσει τις κοινότητες που υπήρξαν πριν από 10.000 χρόνια στην Εγγύς Ανατολή. Ενώ αναφέρει ότι αυτές είχαν μία «ομότιμη και πλουραλιστική οργάνωση», ταυτόχρονα γράφει ότι ήταν και δημοκρατική. Αν και δέχεται ότι «με την κυριολεξία του όρου δεν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε δημοκρατία», διότι «η μορφή τους δεν είχε ακόμα υπερβεί το φατριακό σχήμα» και επικαλούνταν το «έσχατο εθιμικό δίκαιο», εν τούτοις καταλήγει ότι αυτές «είναι όμως δημοκρατικές στην ουσία τους». Δεν εξηγεί όμως γιατί συμβαίνει αυτό. Από την άλλη, το αντίθετο της «κυριολεξίας», δηλαδή της ακριβούς σημασίας, είναι η μεταφορική σημασία ή η ακαθόριστη και γενική σημασία. συνεπώς οι κοινότητες αυτές θα έπρεπε κανονικά να χαρακτηρισθούν «δημοκρατίες» μεταφορικά ή γενικώς και αορίστως. Δηλαδή, αδιέξοδο, το οποίο οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Α.Γ. δεν θέτει ούτε απαντά το ερώτημα, «τι είναι δημοκρατία». Έχει έτοιμες τις απαντήσεις χωρίς τα ερωτήματα.22
7) Γράφει ο Α.Γ. «Η δημοκρατία ως αυτοκυβέρνηση και αυτοδεσποτεία». Ο όρος «αυτοδεσποτεία» νομίζω είναι προβληματικός, διότι η δημοκρατία από τη στιγμή που είναι αυτοκυβέρνηση δεν έχει σχέση με καμία δεσποτεία, ούτε αυτο- ούτε ετερο-. Δεσποτεία είναι ένα αυταρχικό μοναρχικό καθεστώς με υπηκόους, πιστούς του εκάστοτε Δεσπότη, είτε αυτός είναι κοσμικός είτε θρησκευτικός. Δεσποτεία υπήρξε στην αρχαιότητα στη Περσία, στην Αίγυπτο, στην Μακεδονία και αλλού, ενώ στον Μεσαίωνα οι Δεσποτείες ήταν το μοναδικό καθεστωτικό φαινόμενο τόσο στη Δυτική φεουδαρχία και στην καθολική εκκλησία όσο και στο χριστιανικό Βυζάντιο των Ρωμαίων αυτοκρατόρων και των μητροπολιτών που ονομάζονταν και Δεσπότες (λ.χ. «Δεσποτάτο του Μυστρά», «Ευλόγησον Δέσποτα»).
8) Ο Α.Γ. γράφει: «Από όλα τα πολιτεύματα που γνωρίζουμε η δημοκρατία είναι η μόνη που μπορεί να επικαλεστεί το έσχατο εθιμικό δίκαιο». Είναι μία λανθασμένη άποψη, διότι, η δημοκρατία είναι εναντίον του εκάστοτε ισχύοντος εθιμικού δικαίου. Για να εγκαθιδρυθεί λ.χ. η αθηναϊκή δημοκρατία χρειάσθηκε μια σειρά διαδοχικών ριζικών ρήξεων με το εθιμικό δίκαιο των γενών, των φατριών, των αριστοκρατών και των ολιγαρχικών. Οι ρήξεις αυτές φέρουν τα ονόματα του Σόλωνα, μετά του Κλεισθένη, του Θεμιστοκλή, του Εφιάλτη, του Περικλή κ.ο.κ. Κύριος και αποφασιστικός συντελεστής όμως υπήρξε η βούληση και η δράση του δήμου για κάτι άλλο. Χάριν συντομίας, αναφέρω μόνο το παράδειγμα των ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που φέρουν το όνομα του Κλεισθένη το 508 π.Χ. και άλλαξαν άρδην την διοικητική-πολιτισμική-πολιτική δομή. Ανέτρεψαν το ισχυρότατο εθιμικό δίκαιο των αριστοκρατικών γενών με την ριζική εκ θεμελίων αναδιάρθρωση της Αττικής σε δήμους, τριττύες και διοικητικές νέες «φυλές», και επέτρεψαν την είσοδο των κατωτέρων στρωμάτων στον δημόσιο κοινό χώρο των αποφάσεων και της εξουσίας. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, ο δήμος αυτοσυγκροτήθηκε και αυτοπροσδιορίσθηκε συνειδητώς ως το κέντρο των σημαντικών αποφάσεων εντός της πόλεως. Επρόκειτο δηλαδή για μία «επανάσταση», όπως έχει σωστά ειπωθεί, και μάλιστα επιτυχημένη.23
Υπήρξαν επίσης στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, κινήσεις αμφισβήτησης των καθιερωμένων ιδεών και ρήξη με τις ισχύουσες παραδοσιακές αντιλήψεις που στηρίζονταν στην θρησκευτική και μυθική εικόνα του κόσμου, δημιουργώντας έτσι τον λόγο και τη φιλοσοφία – είναι η μετάβαση «από τον μύθο στον λόγο», όπως εύστοχα έχει γραφεί.24 Παρόμοια περίπου ριζική ρήξη με τα εθιμικά δίκαια έγινε και στις νεωτερικές επαναστάσεις του 17ου-18ου αιώνα. Αυτό άλλωστε, κατά μία έννοια, είναι και το νόημα της επανάστασης: ρήξη με αυτό που είναι εθιμικώς δεκτό και κοινωνικώς καθιερωμένο.
9) Ο Α.Γ. αναφέρεται στους αρνητές της δημοκρατίας, και γράφει πως αυτοί σχηματίζουν το αντιδημοκρατικό σκεπτικό τους επειδή δήθεν κάποιοι άλλοι «εκθειάζουν» την αθηναϊκή δημοκρατία. Όμως οι αρνητές της δημοκρατίας στα λόγια και στην πράξη, από τον 4ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 18ομ.Χ. αιώνα, δεν στηρίχθηκαν σε κανέναν «εκθειασμό» της αθηναϊκής δημοκρατίας από κάποιους, διότι απλούστατα δεν υπήρχε η συζήτηση περί δημοκρατίας ούτε κάν η έννοιά της.25 Επί πλέον, τον 19ο και τον 20ο αιώνα, οι αρνητές της δημοκρατίας σχημάτισαν το σκεπτικό τους και επέβαλαν τα ολιγαρχικά πολιτεύματά τους στηριζόμενοι στις παρανοήσεις και στις κακοήθεις πολεμικές κατά της αθηναϊκής δημοκρατίας τύπου Eco, χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος «εκθειασμός» της και «ηρωοποίηση» του δήμου. Υπήρξαν ασφαλώς λαϊκισμοί τόσο από τη Δεξιά και το Κέντρο όσο και από την Αριστερά, αλλά αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με κάποιον «εκθειασμό» της αθηναϊκής δημοκρατίας και του Περικλή.
Συνεπώς, οι αρνητές της δημοκρατίας για να κατασκευάσουν το αντιδημοκρατικό σκεπτικό τους δεν χρειάζονται αυτούς που μιλάνε για την αθηναϊκή δημοκρατία. Αντιθέτως, στηρίζονται σε διαστρεβλωτικά κείμενα σαν αυτά του Eco, ο οποίος είναι διάσημος σε όλον τον κόσμο και ο λόγος του είναι θέσφατο για εκατομμύρια άτομα της παγκοσμιοποιημένης πολιτείας.26 Οι αντιδημοκράτες δεν στηρίζονται σε άσημους αρθρογράφους, που διαμένουν στην επαρχιώτικη χρεοκοπημένη Ελλάδα και προσπαθούν να του απαντήσουν, γράφοντας στην ανύπαρκτη παγκοσμίως ελληνική γλώσσα.
Το βασικό ζήτημα εν προκειμένω είναι η κριτική που μπορεί να ασκηθεί σε αυτό το σκεπτικό των αντιδημοκρατών και δυστυχώς ο Α.Γ. δεν ασκεί καμία κριτική, αλλά αρέσκεται να θεωρήσει υπευθύνους γι’ αυτό το σκεπτικό όσους προσπαθούν να απαντήσουν με επιχειρήματα στις διαστρεβλώσεις του Eco και των υποστηρικτών του. Αυτό που συνάγεται από την όλη λογική του Α.Γ. είναι ότι ο Eco, επειδή είναι ο γνωστός διάσημος μυθιστοριογράφος, έχει το απόλυτο δικαίωμα να γράφει τις παραποιήσεις και τις κακοποιήσεις του, προσφέροντας έτσι «δημοκρατικό» έργο, ενώ όσοι προσπαθούν να αναιρέσουν τις κακοποιήσεις αυτές προσφέρουν τροφή στους αντιδημοκράτες και «θέλουν να αποκόψουν στην δημοκρατία την διέξοδο στον σύγχρονο κόσμο». Εδώ είναι εμφανές ότι βρισκόμαστε σε πλήρη αντιστροφή, για να μην πω, διαστροφή της πραγματικότητας. Γι αυτό είπα στην αρχή ότι δεν μπορώ να παρακολουθήσω αυτές τις παραψυχολογικές και υβριστικές διαστρεβλώσεις.
Εν πάση περιπτώσει, η απάντηση που μπορεί να δοθεί στο σκεπτικό των αρνητών της δημοκρατίας και στο συμπέρασμά τους ότι «η εποχή της δημοκρατίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί», είναι, κατά τη γνώμη μου, η εξής. Η αθηναϊκή δημοκρατία όντως παρήλθε ανεπιστρεπτί, δεν μπορεί επομένως να υπάρξει αντίγραφο ή απομίμησή της – η αντίθετη αντίληψη θα σήμαινε αφελή νοσταλγία ή αθεράπευτο ρομαντισμό. Όμως η δημοκρατία ως έννοια και πολίτευμα, ως θεμελώδης αρχή και αξία, δεν έχει παρέλθει, όπως φαίνεται από την ανάδυση του όρου και της σημασίας της δημοκρατίας στην ανθρώπινη σκέψη τον 17ο-18ο αιώνα, για πρώτη φορά μετά το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας από τις μακεδονικές φάλαγγες τον 4ο π.Χ. αιώνα. Είναι εκπληκτικό το γεγονός πως, μετά από ανελεύθερες ολιγαρχίες, μοναρχίες, απολυταρχίες, θεοκρατίες και Μεσαίωνα, μετά από έκλειψη 21 αιώνων, η ανθρωπότητα ανασύρει από τη λήθη το όνομα της δημοκρατίας! Έκτοτε, υπάρχει παντού στην πολιτική συζήτηση και πρακτική, βεβαίως και με την αστική, την κομματική, την αριστερή ή τη φιλελεύθερη εκδοχή της. Πλην όμως, τα τελευταία χρόνια στη διεθνή βιβλιογραφία η έννοια της δημοκρατίας είναι στην επικαιρότητα και αναζητείται η «πραγματική», η «αυθεντική» ή η «γνήσια» δημοκρατία. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί παρά να είναι η άμεση δημοκρατία. Πράγματι, σε αντισυστημικούς χώρους αναδείχθηκε η ανάγκη για (άμεση) δημοκρατία και έχει αρχίσει μια ουσιαστική συζήτηση περί αυτής, ενώ ταυτοχρόνως ορισμένες κοινωνικές πρακτικές, πολιτικές κινήσεις και ποικίλα εγχειρήματα αναδεικνύουν τη χρησιμότητά της. Στην εποχή μας αναδύεται ξανά μετά από πολλές δεκαετίες η σημασία της (άμεσης) δημοκρατίας, εισέρχεται στην πολιτική και θεωρητική συζήτηση, και αναζητείται η σύγχρονη μορφή της.
Η (άμεση) δημοκρατία επανήλθε στην επικαιρότητα μετά τις αποτυχίες αφ’ ενός των αντιπροσωπευτικών φιλελεύθερων ολιγαρχικών, και αφ’ ετέρου των ανελεύθερων σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών συστημάτων. Η προσπάθεια που έγινε τον 19ο αιώνα να αντικατασταθεί η αυθαιρεσία και η βαρβαρότητα του κατισχύοντος καπιταλισμού με τις ουτοπίες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού οδήγησε σε αδιέξοδα και τερατώδη καθεστώτα. Ταυτοχρόνως ώθησε την ουσιαστική συζήτηση περί δημοκρατίας στο περιθώριο και στα αζήτητα, αφήνοντας την αποκλειστική χρήση και καπήλευσή της στους αντιπροσώπους, στα κόμματα, στους γραφειοκράτες και στα ΜΜΕ των καπιταλιστικών κρατών. Για την κατάσταση αυτή ευθύνονται τόσο η μαρξική θεωρία, η λενινιστική ιδεολογία, τα αριστερά κόμματα και οι διανοούμενοί τους όσο και οι ποικίλες τάσεις των αναρχικών χώρων, διότι δεν είχαν καμία σχέση με τη δημοκρατία.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε πως την δημοκρατία δεν επινόησαν οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί ούτε οι αστοί του καπιταλισμού και του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, ούτε ο Μαρξ, ο Λένιν, οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές, ούτε οι ουτοπίες των Αναρχικών. Τη δημοκρατία επινόησε και δημιούργησε με τους αγώνες του ο αθηναϊκός δήμος και κάποιες άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Επινόησε το όνομα, το πολίτευμα, τη θεωρία και την επιχειρηματολογία της δημοκρατίας. Είναι δε τέτοια η δύναμη, η γοητεία και η δυναμική της ώστε να αναδύεται ξανά από τον 17ο-18ο αιώνα, όπως ήδη ανέφερα, και να απασχολεί σήμερα τις συζητήσεις και τα πολιτικά εγχειρήματα, παρά τις κυρίαρχες αντιδημοκρατικές αντιλήψεις και τις καθεστωτικές ετερόνομες ιδεολογίες, παρά την άγνοια, τις συγκαλύψεις, τις συγχύσεις και τις απωθήσεις.
Έτσι διαπιστώνουμε πως η έννοια, η σημασία και το πρόταγμα της δημοκρατίας, δεν μπορούν να τεθούν στα Μουσεία, δεν είναι «μουσειακού περιεχομένου». Η δημοκρατία δεν είναι τα υλικά αντικείμενα, τα «μάρμαρα», οι φθεγγόμενοι λίθοι και τα αγγεία, που βρίσκονται στα Μουσεία όλης της υδρογείου και στους αρχαιολογικούς χώρους, ούτε οι πάπυροι και οι περγαμηνές των αρχαίων συγγραφέων. είναι μία δυναμική ποιότητα που υπερβαίνει τα αγάλματα, τις ενεπίγραφες στήλες και τον Παρθενώνα. Συζητιέται από ζωντανούς πραγματικούς ανθρώπους και αποτέλεσε το κύριο πρόταγμα των κινητοποιήσεων το 2011 στις αραβικές χώρες, στην Ισπανία, στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ και αλλού. Για να τελεσφορήσουν οι συζητήσεις και οι κινήσεις χρειάζεται πρωτίστως διευκρίνιση των ορισμών, διαύγαση των εννοιών και των νοημάτων. Όπως είπε ο Th. Szasz «ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου θα είναι ο πόλεμος των ορισμών». Το βασικό που χρειάζεται να ορισθεί είναι η δημοκρατία. Είναι το διακύβευμα του μέλλοντος.
V
Ο καθένας έχει δικαίωμα ασφαλώς να εμπνέεται από όπου θέλει, από τo Ain Ghazal ή τους Piaroa, από τις «αυτοπολιτείες» ή το Βυζάντιο, αλλά δεν έχει κανένα απολύτως δικαίωμα να παραποιεί αυθαιρέτως τις απόψεις τού άλλου. Βασική προϋπόθεση για μια σοβαρή και ουσιαστική συζήτηση είναι να καταλάβουμε τι θέλει να πεί ο συνομιλητής μας και σε αυτά και μόνο να απαντάμε, όχι σε αυτά που δεν γράφει, ούτε σε αυτά που νομίζουμε αυθαιρέτως και αβασάνιστα ότι εννοεί, διότι τότε εισερχόμαστε στον χώρο της παραψυχολογίας. Το διαλέγεσθαι, η ουσιαστική συνομιλία, δεν είναι έμφυτα και εύκολα, αλλά χρειάζονται άσκηση, αγωγή, και σεβασμό του συνομιλητή. Σεβασμός δεν σημαίνει αποδοχή των απόψεων του άλλου, αλλά προσπάθεια κατανόησής του και διαφωνία με έλλογα επιχειρήματα. Η προσπάθεια να καταλάβουμε τον συνομιλητή μας βοηθάει και εμάς να καταλάβουμε τον εαυτό μας, να συμφιλιωθούμε με το διαφορετικό, την ετερότητα και το αίσθημα δικαίου. Αν όμως δεν μπορούμε να καταλάβουμε, ας θέσουμε τουλάχιστον ερωτήματα. Η προσπάθεια να τεθούν τα ερωτήματα ή να δοθούν απαντήσεις στη διαφορετική άποψη με επιχειρήματα και όχι με χαρακτηρισμούς ειρωνικούς ή υποτιμητικούς, προάγει τη συζήτηση και τη γνώση μας, συνιστά δημοκρατικό ήθος και είναι απαραίτητη προϋπόθεση και εφόδιο στον δρόμο προς τη δημοκρατία.
Κυρίως χρειάζεται να υπάρχει ένα πλαίσιο συζήτησης για τη δημοκρατία, προσπάθεια ορισμού της, κάποιες θεμελιώδεις αρχές, αξίες, βασικοί κανόνες, κάτι τέλος πάντων που να θέτει τα ζητήματα, τα οποία λείπουν εντελώς από το άρθρο του Α.Γ. Πράγματι, από αυτό δεν συνάγεται καμία σαφής πολιτική ιδέα και αξία, ούτε ένα πλαίσιο συζήτησης, ούτε κάτι για τις προοπτικές της μελλοντικής δημοκρατίας που υποσχέθηκε στην αρχή του άρθρου του. συνάγεται μόνο πολεμική, άρνηση και γενικολογίες. Στο κείμενό μου προσπάθησα να θέσω εν συντομία ένα πλαίσιο συζήτησης, διότι φρονώ ότι εάν δεν υπάρχει ένα πλαίσιο και οι προηγούμενες απαραίτητες προϋποθέσεις, διάλογος σοβαρός και δημιουργικός δεν μπορεί να γίνει. Οι δικές μου θέσεις, απόψεις και αναλύσεις υπάρχουν σε βιβλία και άρθρα, είναι δε, όσο οι ικανότητές μου το επιτρέπουν, σαφείς και συγκεκριμένες, ζητώντας διάλογο και καλόπιστη κριτική.
Τελειώνοντας, νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να σταματήσουμε εδώ την ανταλλαγή με τον Α.Γ., διότι η συνέχεια θα ήταν κουραστική και αδιέξοδη, παρεκτρεπόμενη ευκόλως είτε σε άλλες παραποιήσεις- κακοποιήσεις και σε προσωπικό επίπεδο που δεν με ενδιαφέρουν καθόλου είτε σε μία ανούσια επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, τα οποία άλλωστε δεν πρέπει να επιβαρύνουν τον αναγνώστη. Με ενδιαφέρει η δημιουργική ανταλλαγή με έλλογα επιχειρήματα στο επίπεδο των ιδεών, των εννοιών, των ορισμών και, προκειμένου για τη δημοκρατία, των πρακτικών τους δυνατοτήτων και των μορφών τους. Υπάρχει και ένας επί πλέον ουσιαστικός λόγος που δεν επιτρέπει τον νηφάλιο και δημιουργικό διάλογο μεταξύ μας: δεν έχουμε κοινή βάση και κοινή γλώσσα. Ο Α.Γ. προτιμά τις παραποιήσεις της αθηναϊκής δημοκρατίας, του Περικλή και του Επιταφίου από τον Εco, τον εξωραϊσμό των Μακεδόνων, τους «καλούς» αυτοκράτορες του Βυζαντίου και ένα ασαφές, ακαθόριστο πολιτειακό σύστημα, ενώ εγώ είμαι εντελώς ξένος με αυτά. Βαδίζουμε σε διαφορετικούς δρόμους. Ο καθένας έχει νομίζω δικαίωμα να επιλέγει τους συνομιλητές του. Ελπίζω ο Αθανάσιος Γεωργιλάς να σεβασθεί τουλάχιστον αυτό.27

Σημειώσεις
1# Και συνεχίζει με διαστρεβλώσεις και αρνητικούς χαρακτηρισμούς: «η επανάληψη αυτή εκτός από την κούραση και το αδιέξοδο που επιφέρει, έρχεται σε αντίφαση με μια από τις βασικές προϋποθέσεις του δημοκρατικού ιδεότυπου: την αποδαιμονοποίηση (sic)», «περιορίζει την ικανότητά μας να αντιληφθούμε το δημοκρατικό φαινόμενο στην πλήρη του διάσταση», «υπονομεύουν κάθε προσπάθεια να αναπτυχθεί με σύγχρονους και πολιτικούς όρους οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική προοπτική», «απολύτως μεταφυσικός τρόπος», «κανείς τους δεν είναι ικανός να τα ορίσει [το δημόσιο χώρο και τα κοινά]», «η συζήτηση για τη δημοκρατία καλύπτεται από το πέπλο του προτύπου της», «θεωρεί την Αθήνα του Περικλή ιδανικό πρότυπο δημοκρατίας», «οδηγεί με πλάγιο τρόπο στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατία μπορεί να είναι ή σαν την Αθήνα του Περικλή ή τίποτα», «μονισμός με Δ», «το κατηγόρημα της Δημοκρατίας με Δ κεφαλαίο στοιχειώνει το σήμερα», «όσοι θέλουν να αποκόψουν στην δημοκρατία την διέξοδό της στον σύγχρονο κόσμο», «κάνουν δύσκαμπτη την εξέλιξη της πολιτικής θεωρίας». Ο βομβαρδισμός αυτός με ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, διαστρεβλώσεις και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς αγγίζει τα όρια της ύβρεως και της προσωπικής δυσφήμησης, αν συνυπολογίσουμε και την κακοποίηση ενός μέρους του κειμένου μου, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω.
2# Βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, Αθήνα 2014, σ. 71-77, 93-95, 133-145. Ζητώ συγγνώμη που οι παραπομπές μου είναι όλες σχεδόν σε δικά μου βιβλία, αλλά επειδή ο Α.Γ. αναφέρεται σε μένα, αυτό είναι απαραίτητο για να δειχθεί η πληρέστερη εικόνα αυτών που έχω υποστηρίξει στο παρελθόν και επί πλέον επιβεβαιώνουν την αλήθεια των ισχυρισμών μου στο παρόν κείμενο.
3# Αυτά δεν σημαίνουν πως υποτιμώ ή απαξιώνω τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα και δεν εκτιμώ τα επιτεύγματα που έγιναν σε διάστημα δύο αιώνων (εκλογές, καθολική ψηφοφορία, εναλλαγή των κομμάτων στην κυβέρνηση, ατομικές ελευθερίες, ανθρώπινα δικαιώματα, συνδικαλισμός, κατάργηση δουλείας, ισοτιμία των γυναικών, δικαίωμα στη γενική εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση, σύνταξη, κράτος δικαίου, συνταγματικός χάρτης), αλλά πολύ απλά ότι αυτά δεν είναι δημοκρατικά.
4# Το κείμενο αυτό με τίτλο «Η αρχαία δημοκρατία» υπάρχει στο Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, όπ. π., σ. 40-41.
5# Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 113.
6# Αναφέρω μερικά μόνο από τα εκατοντάδες ονόματα: Hegel, Wilamovitz, Marx, Grote, Nietzsche, Jaeger, Zeller, Νestle, Barker, Lesky, Conford, Cassirer, Gigon, Burkchardt, Meier, Snell, Ehrenberg, Vernant, Vidal-Naquet, Aubenque, Romilly, Chatelet, de Ste. Croix, Guthrie, Finley, MacIntyre, Wood, Strauss, Arendt, Weil, Gadamer, Foucault, Castoriadis, Couloubaritsis, Vlastos, Nussbaum, Hansen, Ober.
7# Ο Καστοριάδης στο έργο του αναλύει επίσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πολιτικής, της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας.
8# Αυτές τις δύο φράσεις επέλεξε μόνο ο Α.Γ. από το κείμενό μου για τον Eco (7.000 περίπου λέξεις), για να στηρίξει όλη τη φανταστική κατασκευή του και την πολεμική του. Όμως εκτός από την παρερμηνεία, ο Α.Γ. διαπράττει και έναν βίαιο διαμελισμό: αναφέρει τις φράσεις αυτές απομονωμένες τη μία από την άλλη! Η δεύτερη φράση όμως είναι η αρχή μιας ενότητας που επεξηγεί την πρώτη φράση, αλλά ο Α.Γ. αναφέρει πρώτα τη δεύτερη φράση στο ένα μέρος του άρθρου του και, μετά από πολλές γραμμές, αναφέρει την πρώτη στο επόμενο μέρος! Επί πλέον αναφέρει τις φράσεις απογυμνωμένες, αποσπασμένες, από τα συμφραζόμενά τους και από το επεξηγηματικό πλαίσιο που υποστηρίζει την κάθε μία. Συνεπώς διαπράττει πολλαπλή κακοποίηση του κειμένου μου. Δεν έχει καμία συναίσθηση ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα γι’ αυτή την αυθαίρετη και βίαιη κακοποίηση;
9# Αυτή είναι επίσης μια αλήθεια ιστορική και αντικειμενική. Η ανθρωπότητα δεν εμπνεύσθηκε από το Ain Ghazal, το Nevali Cori, ή τις φυλές Piaroa, Tiv, Oshollo κ.ά. Αυτό δεν σημαίνει ότι παρακάμπτω ή υποτιμώ αυτές τις περιπτώσεις, στις οποίες υπήρξε συμμετοχή των ατόμων στο πολιτικό γίγνεσθαι. Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκα το 2009 στην κριτική μου σε βιβλίο του D. Graeber. Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Άμεση δημοκρατία ή αναρχία;», στο Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 147-159
10# Για τον Πλάτωνα βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Πλάτων και Καστοριάδης: η συγκάλυψη και η ανάδειξη της δημοκρατίας», Νέα Εστία, τχ. 1760, Οκτώβριος 2003. Για τον Αριστοτέλη βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα 2007.
11# Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα 2009, σ. 50-53. Επίσης, Γ.Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 90-93.
12# Για τα πολλά επίθετα της δημοκρατίας και έναν προσανατολισμό σε αυτό το πέλαγος επιθέτων βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., ιδιαιτέρως σ. 79-81.
13# Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 211 κ.ε. Επίσης Γ. Ν. Οικονόμου, Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Πλαίσιο για μια νέα πολιτική δράση, Εξάρχεια, Αθήνα, 2016σ. 301 κ.ε.
14# Για μία συζήτηση περί μεταφυσικής, βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Ιδεαλισμός, μεταφυσική και ο Κορνήλιος. Καστοριάδης», Μάγμα, τ.3, Δεκέμβριος 2008. Για περισσότερα περί την έννοια της μεταφυσικής και την κριτική της, βλ. Π. Κονδύλης, Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, Γνώση, Αθήνα.
15# Θα επανέλθω στο θέμα αυτό πιο κάτω στην ενότητα 9. Πάντως είναι σωστή η παρατήρηση του Γ. Κουτσαντώνη στο σημείο αυτό, αλλά ο Α.Γ. παραμένει έγκλειστος στον δικό του κόσμο.
16# Βεβαίως κατά καιρούς έχουν ακουσθεί από εθνικιστές και βυζαντινολάτρες διάφορες ανυπόστατες κατασκευές ότι δήθεν υπήρχε δημοκρατία στο αυταρχικό Βυζάντιο καθώς και στις ελληνόφωνες κοινότητες υπό τον ανελεύθερο οθωμανικό ζυγό!
17# Για την δήθεν παρακμή της δημοκρατίας έχω αναφερθεί συνοπτικά στο κείμενό μου «Πλάτων και δημοκρατία στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου», στον συλλογικό τόμο, Αφιέρωμα στον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου, Αθήνα, 2008.
18# Βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Η μακεδονική μοναρχία κατά της ελευθερίας και της δημοκρατίας», Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 49 κ.ε.
19# Στο Γ.Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ.π., σ. 83-118.
20# Γ. Ν. Οικονόμου, Η αριστοτελική πολιτεία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2008, σ. 17-32.
21# Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Η αριστοτελική πολιτεία, όπ. π., σ. 91-129.
22# Μέχρι «να βρούν τον δρόμο τους στο ευρύ αναγνωστικό κοινό» οι «αναρίθμητοι τόμοι», που υπόσχεται ο Α.Γ., είναι καλό να ασχοληθεί και με τον ορισμό της δημοκρατίας σε ένα αρθράκι.
23#Στο σημείο αυτό χρειάζετα ι να διευκρινισθεί ότι οι εκφράσεις «δημοκρατία του Εφιάλτη» και «δημοκρατία του Περικλή» είναι λανθασμένες, διότι ο Εφιάλτης και ο Περικλής δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε ο δήμος που είχε αυτοσυγκροτηθεί σε πολιτικό σώμα αποφάσεων πολύ πριν απο αυτούς, από το 508/7 π.Χ. και χαρακτηρίζεται από μία διαρκή ρητή αυτο-θέσμιση. Η δημοκρατία, δηλαδή, είναι δημιούργημα του δήμου. Αυτά είναι ιστορικές αλήθειες και πολιτικές διαπιστώσεις, όχι «μυστικοποίηση» και «εξιδανίκευση» ούτε αναζήτηση «ιδανικού προτύπου» και «ηρωοποίηση» του δήμου. Βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Οι απαρχές της δημοκρατίας», Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 17-24.
24# Βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ.π., σ. 45.
25# Η δημοκρατία εισάγεται στη συζήτηση τον 17ο αιώνα από τον Σπινόζα και κυρίως τον 18ο αιώνα από τον φιλόσοφο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, του οποίου ο Α.Γ. αναφέρει δύο χωρία για τη δημοκρατία. Τις διαφωνίες μου στα δύο χωρία έχω εκφράσει σε ένα κειμενάκι 1.200 λέξεων, αλλά δεν το ενσωμάτωσα στο παρόν για να μην το επιβαρύνω.
26# Το ότι η διάσημη προσωπικότητα μπορεί να επιβληθεί με την δύναμη και μόνο του μεγάλου ονόματός της φαίνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση του Α.Γ. που συμφωνεί ακρίτως με τις παραποιήσεις του διάσημου Eco.
27# Η μόνη ανταλλαγή που, κατά τη γνώμη μου, θα είχε κάποιο νόημα θα ήταν η άμεση αντιπαράθεση σε μία ανοικτή συζήτηση επί αυτών των θεμάτων, στη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα – αφήνεται στην απόλυτη εκλογή του Α.Γ. -, η οποία να βιντεοσκοπηθεί και να δημοσιοποιηθεί. Η άμεση επικοινωνία είναι ευκαιρία να λυθούν δια ζώσης οι παρεξηγήσεις, καθώς επίσης να αποδράσουμε από τη φυλακή, τη μοναξιά και τον ναρκισσισμό του διαδικτύου.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Πώς εκλέγανε οι Αθηναίοι τους άρχοντες τους

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία εζησε σχεδόν τρεις αιώνες, όσο καμιά άλλη σύγχρονη ή αρχαία δημοκρατία. Τη μεγάλη αντοχή στο χρόνο της αθηναϊκής δημοκρατίας την αποδίδουν οι μελετητές όχι μόνο στους σωστούς θεσμούς αλλά και στη μεγάλη προσαρμοστικότητα και εξελικτικότητα τους. Οι θεσμοί γεννήθηκαν από τις ανάγκες της ζωής και γι αυτό προσαρμόζονταν εύκολα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Δεν υπήρξαν εγκεφαλικά δημιουργήματα κάποιας σοφής κεφαλής, έστω κι αν αυτή ανήκε στο Σόλωνα.
Η προσαρμοστικότητα των θεσμών φαίνεται από την εξέλιξη του θεσμού του βασιλιά. Σε πλήρη δημοκρατία, τον καιρό του Περικλή, κληρωνόταν κάθε χρόνο ο άρχων βασιλεύς, μακρυνός απόηχος των μυκηναίων ανάκτων, που τελευταίος τους υπήρξε ο Κόδρος. Ο θεσμός δεν καταργήθηκε. Εξελίχτηκε σε ένα ανώδυνο για τη δημοκρατία αξίωμα με θρησκευτικές τελετουργικές αρμοδιότητες.
Μπορεί να θεωρείται ο Κλεισθένης ιδρυτής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, βασίστηκε όμως στη νομοθεσία που θέσπισε ο Σόλων, που είναι χωρίς αμφιβολία ο πατέρας της Δημοκρατίας. Όταν ο Σόλων συνέταξε τους νόμους του δεν είχε και πολλές αυταπάτες για την αποτελεσματικότητα τους. “Ο νόμος” έλεγε “μοιάζει με τον ιστό της αράχνης. Τα μικρά και τα αδύνατα πιάνονται σ’αυτόν, ενώ τα ισχυρά τον σχίζουν και περνούν”. Ακόμα ένα δείγμα ευθύτητας και παρρησίας, που χαρακτήριζαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.
Η Δημοκρατία που καθιέρωσε ο Κλεισθένης, μετά την εκδίωξη των Πεισιστρατιδών, ήταν σχετικά πλουτοκρατικό και ολιγαρχικό σύστημα, είχε όμως σωστούς και εξελίξιμους θεσμούς και με τις μεταρρυθμίσεις που έκαναν ο Εύβουλος, ο Εφιάλτης και ο Περικλής, μεταμορφώθηκε σε πραγματικά «λαοκρατικό» καθεστώς.
Το πολίτευμα λοιπόν της αρχαίας Αθήνας όπως διαμορφώθηκε μετά τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή, ήταν η Άμεση Δημοκρατία.

Η Εκκλησία του Δήμου ήταν η κύρια Δημοκρατική Συνέλευση στην αρχαία Αθήνα, και πραγματοποιούνταν στο λόφο της Πνύκας, στην Αγορά ή στο Θέατρο του Διονύσου. Η Συνέλευση ήταν ανοιχτή σε όλους τους άρρενες πολίτες (που είχαν πολιτικά δικαιώματα) με ηλικία μεγαλύτερη των 18 ετών

Η Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή η Λαϊκή Συνέλευση όλων των Αθηναίων πολιτών από 18 χρονών και πάνω, μετά το 462 πΧ είχε συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες και τις ασκούσε με τα διάφορα όργανα, που αυτή όριζε ή έλεγχε. Είχε όχι μόνο νομοθετικές εξουσίες αλλά και εκτελεστικές και σε ορισμένες περιπτώσεις, (εσχάτη προδοσία, ασέβεια κ.α,), μεταβαλλόταν σε ανώτατο δικαστήριο, πράγμα πού έκανε τον Αριστοτέλη να τη χαρακτηρίσει «μυριοκέφαλη τυραννία».
Στην Εκκλησία του Δήμου, που συνεδρίαζε 40 φορές το χρόνομπορούσε να πάρει το λόγο ο κάθε πολίτης και όσο μιλούσε και ό,τι κι αν έλεγε, κανείς δε μπορούσε να τον διακόψει ή να τον σταματήσει. Ήταν η περίφημη ισηγορία..
Η Εκκλησία του Δήμου εξέλεγε τα 500 μέλη της Βουλής. Οι βουλευτές βγαίναν με ΚΛΗΡΟ  από 1000 εκπρόσωπους των 170 δήμων της Αττικής, (100 για κάθε φυλή), που ονομάζονταν πρόκριτοι και εκλέγονταν με μυστική ψηφοφορία για ένα χρόνο. Οι 500 που δεν κληρώνονταν βουλευτές, μέναν αναπληρωματικοί και ονομάζονταν επιλαχόντες.
Από τους 500 βουλευτές, που παίρναν μια μικρή χρηματική αποζημίωση τριών οβολών τη μέρα, κληρωνόταν η πρυτανεία, από 50 μέλη, η οποία για διάστημα 35 ημερών αποτελούσε την κυβέρνηση της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι πρυτάνεις όσο καιρό ασκούσαν τα καθήκοντα τους έμεναν στο Πρυτανείο με έξοδα του κράτους. Ένας από αυτούς οριζόταν για μια ή δυο το πολύ μέρες Γραμματεύς της Βουλής, δηλαδή πρωθυπουργός.
Η Βουλή ήταν το συμβουλευτικό όργανο της Εκκλησίας του Δήμου. Κάθε νόμος για να ψηφιστεί από την τελευταία έπρεπε να προετοιμαστεί και να συζητηθεί από τη Βουλή, που έβγαζε το προβούλευμα. Γιαυτό τα νομοθετήματα που ψήφιζε η Εκκλησία του Δήμου άρχιζαν πάντα με τη φράση: φάνηκε σωστό στο Λαό και στη Βουλή.


Ένα από τα δύο κύρια όργανα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Βουλή των 500. Αυτή αποτελεί την επιτροπή του Συλλόγου και έχει διάρκεια ενός έτους. Είναι η προϊστάμενη αρχή και λογοδοτεί στην Εκκλησία του Δήμου στο τέλος της θητείας της. Δεν ελέγχεται από καμία άλλη αρχή. Κύριο μέλημά της είναι η κατάρτιση προβουλευμάτων, θεμάτων δηλαδή προς συζήτηση στην Εκκλησία του Δήμου και διεξαγωγή δημοψηφίσματος. 


Εκτός αυτού εποπτεύει και ελέγχει την εκτέλεση των αποφάσεων της Εκκλησία. Τα μέλη της βουλευτές έχουν ηλικία 30 και άνω αφού απαιτείται σχετική ωριμότητα και πείρα για να φέρουν σε πέρας το έργο της. Κληρώνεται και ένα αναπληρωματικό σε περίπτωση που κάποια θέση μείνει κενή κατά την διάρκεια του έτους. Βουλευτής μπορεί να κληρωθεί κάθε μέλος μέχρι δύο φορές. Η Βουλή αρχικά στοχεύει σε 50 μέλη. Από κάθε φυλή θα κληρώνονται 5 μέλη με εποπτεία του ετήσιου άρχοντα της φυλής.
Ένα από τα δύο κύρια όργανα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η Βουλή των 500. Αυτή αποτελεί την επιτροπή του Συλλόγου και έχει διάρκεια ενός έτους. Είναι η προϊστάμενη αρχή και λογοδοτεί στην Εκκλησία του Δήμου στο τέλος της θητείας της. Δεν ελέγχεται από καμία άλλη αρχή. Κύριο μέλημά της είναι η κατάρτιση προβουλευμάτων, θεμάτων δηλαδή προς συζήτηση στην Εκκλησία του Δήμου και διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Εκτός αυτού εποπτεύει και ελέγχει την εκτέλεση των αποφάσεων της Εκκλησία. Τα μέλη της βουλευτές έχουν ηλικία 30 και άνω αφού απαιτείται σχετική ωριμότητα και πείρα για να φέρουν σε πέρας το έργο της. Κληρώνεται και ένα αναπληρωματικό σε περίπτωση που κάποια θέση μείνει κενή κατά την διάρκεια του έτους. Βουλευτής μπορεί να κληρωθεί κάθε μέλος μέχρι δύο φορές. Η Βουλή αρχικά στοχεύει σε 50 μέλη. Από κάθε φυλή θα κληρώνονται 5 μέλη με εποπτεία του ετήσιου άρχοντα της φυλής.

Ανακεφαλαιώνοντας βλέπουμε ότι πηγή και φορέας όλων των εξουσιών ήταν η Λαϊκή Συνέλευσηη Εκκλησία του Δήμου.
  • Ότι όλα τα αξιώματα ήταν συνήθως ενιαύσια και προσιτά σε όλους τους πολίτες.
  • Ότι πολλοί άρχοντες βγαίναν με κλήρωση, που σημαίνει ότι από τη στιγμή που κάποιος γεννήθηκε Αθηναίος πολίτης είχε εν δυνάμει εκλεγεί σε πολλά αξιώματα και απλά περίμενε πότε θα κληρωθεί σε ένα από αυτά.
  • Σημαίνει επίσης ότι όλοι οι πολίτες, πλούσιοι ή φτωχοί, θα ερχόταν κάποτε η ώρα να κληρωθούν ή να εκλεγούν σε κάποιο αξίωμα
Τις δικαστικές αρχές αποτελούσαν δύο μεγάλα δικαστήρια, ο Άρειος Πάγοςτο παλιό ανώτατο δικαστήριο, που στα χρόνια της δημοκρατίας είχε χάσει πολλές από τις αρμοδιότητές του και η Ηλιαία το λαϊκό δικαστήριοπου το απάρτιζαν 6000 μέλη τα οποία βγαίναν με κλήρωση από όλους τους πολίτες για ένα χρόνο και παίρναν επίσης ημερήσια αποζημίωση τριών οβολών.
Η Ηλιαία χωριζόταν σε δέκα τμήματα από 600 δικαστές το καθένα και επιλαμβανόταν με όλες τις ποινικές και αστικές περιπτώσεις. Υπήρχαν όμως και μικρότερα ή και ειδικά δικαστήρια.
Τις διοικητικές αρχές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας τις όριζε επίσης, με κλήρωση ή με ψηφοφορία, η Εκκλησία του Δήμου. Τις αποτελούσαν:
  • Οι εννέα άρχοντες, που που μετά το 462 πΧ είχαν χάσει κάθε ουσιαστική εξουσία και ασκούσαν μόνο τελετουργικά καθήκοντα. Οι εννέα άρχοντες κληρώνονταν ανάμεσα στους πλούσιους, (πεντακοσιομέδιμνους) και ήταν: Ο επώνυμος άρχων, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος και οι έξι θεσμοθέται. Μετά τη θητεία τους, που ήταν για ένα χρόνο, γίνονταν ισόβια μέλη του Αρείου Πάγου.
  • Οι δέκα αστυνόμοι, που είχαν καθήκοντα τήρησης της τάξης και είχαν υπό τις διαταγές τους ένοπλα τμήματα σκυθών ή θρακών δούλων.
  • Οι δέκα επισκευασταί των ιερών, που φρόντιζαν για τη συντήρηση των ναών, οι πέντε οδοποιοί, οι πέντε νεωροί, ο επιμελητής των κρηνών, υπεύθυνος για την ύδρευση της πόλης και οι αρχιτέκτονες επί τας ναυς, που ευθύνονταν για τη ναυπήγηση και συντήρηση των πολεμικών σκαφών.
Οι οικονομικές αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας ορίζονταν επίσης με κλήρωση για ένα χρόνο από την Εκκλησία του Δήμου και ήταν:
  • Οι δέκα ελληνοταμίαι
  • Οι δέκα ταμίαι της Αθηνάς
  • Οι δέκα ταμίαι των άλλων θεών
  • Ο επί των θεωρικών
  • Οι δέκα σιτοφύλακες
  • Οι δέκα πωληταί και
  • Οι δέκα αποδέκται.
Τέλος τις στρατιωτικές αρχές τις αποτελούσαν οι δέκα στρατηγοί, που εκλέγονταν, (ένας για κάθε φυλή), για ένα χρόνο χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, (αυτό το τελευταίο καταργήθηκε μετά το 440 πΧ), οι δέκα ταξίαρχοι, οι δέκα φύλαρχοι, οι δύο ίππαρχοι και ο ταμίας των στρατιωτών.
Στρατηγοί μπορούσαν να εκλεγούν από όλες τις τάξεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις μεγάλων εθνικών κινδύνων, ένας στρατηγός περιβαλλόταν με μεγάλες, σχεδόν δικτατορικές, εξουσίες, πάντα με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και τότε ονομαζόταν στρατηγός αυτοκράτωρ.
Τα κύρια θεσμικά γνωρίσματα της δημοκρατίας όμως δεν ήταν τα αξιώματα αλλά οι λειτουργίες της:
Η μικρή διάρκεια της εξουσίας (το πολύ ένα χρόνο, αν και οι πρυτάνεις κυβερνούσαν μονάχα λίγες βδομάδες και ο γραμματέας της Βουλής, δηλαδή ο πρωθυπουργός, μια ή δύο μέρες!).
Η συνεχής εναλλαγή προσώπων στην εξουσία.
Το προσιτό της εξουσίας σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από καταγωγή ή περιουσία.
Η αιρετότητα των αρχόντων, με μυστική ψηφοφορία ή κλήρωση.
Η γραπτή νομοθεσία, με νόμους που επεξεργαζόταν η Βουλή και ψήφιζε η λαϊκή συνέλευση.
Η ανεξαρτησία και η λαϊκή βάση της δικαιοσύνης
Κληρωτίδες με μηχανισμό χοανοειδή σωλήνα και χρωματιστές μπάλες
Κληρωτίδες με μηχανισμό χοανοειδή σωλήνα και χρωματιστές μπάλες
Υπήρχαν όμως κι άλλοι θεσμοί που δίναν στην Αθηναϊκή Δημοκρατία τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του δικαίου και της ευνομίας.
Ένας από αυτούς ήταν ο θεσμός των δοκιμασιών: Κανείς πολίτης δε μπορούσε να βάλει υποψηφιότητα για να εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα αν προηγουμένως δεν περνούσε ευνοϊκά από έξι δοκιμασίες.
Συγκεκριμένα έπρεπε να αποδείξει:
– Ότι είναι γνήσιος Αθηναίος πολίτης.
– Ότι υπηρέτησε στο στρατό και πήρε μέρος σε εκστρατείες.
– Ότι πλήρωνε ταχτικά τους φόρους.
– Ότι ήταν έντιμος και δεν είχε καταδικαστεί ποτέ για ατιμωτικό αδίκημα.
– Ότι ήταν ευσεβής.
– Ότι η συμπεριφορά του προς τους γονείς του ήταν άψογη.
Οι δοκιμασίες αυτές ήταν ουσιαστικές και εξονυχιστικές και γίνονταν οι τρεις πρώτες από τη Βουλή και οι άλλες τρεις από τα δικαστήρια. Με τις δοκιμασίες αυτές είναι φανερό πως πολλοί φαύλοι αποκλείονταν εξ αρχής από τη δυνατότητα να εκλεγούν.
Ένας άλλος σημαντικός θεσμός ήταν των λειτουργιών, που ήταν ένα είδος τιμητικής φορολογίας. Η Εκκλησία του Δήμου ανέθετε σε κάποιον πλούσιο πολίτη να εξοπλίσει ένα πολεμικό σκάφος, να χρηματοδοτήσει το ανέβασμα μιας τραγωδίας (από εκεί βγήκε και όρος χορηγός) και γενικά να κάνει κάποιο κοινωφελές έργο χωρίς ελπίδα κέρδους εκτός από την αναγραφή του ονόματός του σε τιμητική στήλη.
Ο οριζόμενος είχε δικαίωμα να αρνηθεί, αλλά με τον όρο να υποδείξει άλλον, πλουσιότερο κατά τη γνώμη του, που κι αυτός με τη σειρά του μπορούσε να ζητήσει την ανταλλαγή των περιουσιών τους αν ισχυριζόταν πως δεν ήταν τόσο πλούσιος. Η ανταλλαγή αυτή λεγόταν αντίδοσις.
Τρίτος τέλος θεσμός ήταν ο οστρακισμός, με τον οποίον μπορούσε η Δημοκρατία να απομακρύνει από την πολιτική σκηνή όποιον η κοινή γνώμη θεωρούσε πως με την πολιτεία του ή και απλώς λόγω εξαιρετικής δημοφιλίας, μπορούσε να γίνει επικίνδυνος για τους θεσμούς και το πολίτευμα.
Ο οστρακισμός καθιερώθηκε το 508 από τον Κλεισθένη για να αποκλείσει την επανάληψη της τυραννίας. Αποφασιζόταν ύστερα από σχετική δημόσια καταγγελία από την Εκκλησία του Δήμου, που εκτάκτως συνεδρίαζε στην Αγορά και όχι στην Πνύκα. Ακολουθούσε ψηφοφορία όλων των πολιτών που γράφανε το όνομα του υποψήφιου για οστρακισμό πάνω σε κομμάτια πήλινων σκευών, (όστρακα).
Οστρακισμός : Κάθε πολίτης κατέγραφε σε όστρακο το όνομα όποιου θεωρούσε επικίνδυνο για το πολίτευμα της δημοκρατίας. Σε ειδική συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, με μυστική ψηφοφορία, αποφάσιζαν οι Αθηναίοι την απομάκρυνση ή όχι για δέκα (10) χρόνια από την πόλη εκείνου που το όνομά του είχε γραφεί στο μεγαλύτερο αριθμό οστράκων.
Οστρακισμός : Κάθε πολίτης κατέγραφε σε όστρακο το όνομα όποιου θεωρούσε επικίνδυνο για το πολίτευμα της δημοκρατίας. Σε ειδική συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, με μυστική ψηφοφορία, αποφάσιζαν οι Αθηναίοι την απομάκρυνση ή όχι για δέκα (10) χρόνια από την πόλη εκείνου που το όνομά του είχε γραφεί στο μεγαλύτερο αριθμό οστράκων.

Αν τα γραμμένα όστρακα ήταν περισσότερα από το μισό των ψηφισμάτων ο καταδικασμένος έπρεπε να φύγει σε τρεις μέρες από την Αττική και να μείνει σε υπερορία για δέκα χρόνια, μετά τα οποία ξαναγύριζε, χωρίς άλλες συνέπειες στα πολιτικά του δικαιώματα, στην περιουσία ή στην οικογένειά του.

***

Ήταν λοιπόν ο Δήμος Αθηναίων αληθινή Δημοκρατία; Πολλοί το αρνούνται, προβάλλοντας ισχυρά επιχειρήματα. Όμως τί είναι Δημοκρατία; Στο ερώτημα αυτό απαντά ο Περικλής στον “Επιτάφιο”:
“Το να κυβερνάν όχι οι λίγοι αλλά οι πολλοί, αυτό το λέμε Δημοκρατία”,
( τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ’ ἐς πλείονας οἰκεῖν  δημοκρατία κέκληται).
Το ζήτημα είναι τι εννοούμε λέγοντας “πολλοί”.
Το αντίθετο της Δημοκρατίας είναι η ολιγαρχία, στην οποία κυβερνούν οι λίγοι. Η αντίληψη ότι δεν είναι σωστό να κυβερνούν την πολιτεία οι πολλοί, ο όχλος, ο αδαής λαός, αλλά οι λίγοι εκλεκτοί, οι άριστοι, είναι πανάρχαιη και εκφράστηκε πιο καθαρά από τον Πλάτωνα.
Το θέμα είναι ποιοι είναι αυτοί οι άριστοι, από πού αντλούν το δικαίωμα να κυβερνούν και βάσει ποιας λογικής αρνούνται το δικαίωμα αυτό στον απλό λαό.
Οι κάθε είδους και ονομασίας ολιγαρχικοί δέχονται ως κριτήριο για να καταταγεί κάποιος στους αρίστους είτε την καταγωγή είτε τον πλούτο είτε τη μόρφωση και υποστηρίζουν ότι το δικαίωμα να κυβερνούν οι άριστοι το παίρνουν είτε από τους θεούς, είτε από την ιστορική ή κοινωνική αναγκαιότητα είτε από άλλες εξ ίσου νεφελώδεις και αυθαίρετες πηγές. Στην πραγματικότητα μοναδική πηγή της εξουσίας των αρίστων ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων η απροκάλυπτη ή συγκεκαλυμμένη βία.
Στις διάφορες μορφές Δημοκρατίας αντίθετα, αυτοί που κυβερνούν εκλέγονται από κάποιους άλλους. Ο τρόπος που εκλέγονται και ο αριθμός αυτών που έχουν το δικαίωμα εκλογής ποικίλει φυσικά, ανάλογα με τη μορφή της Δημοκρατίας, πάντως όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός των εκλεγόντων, όσο πιο μεγάλη είναι η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους κι όσο πιο εύκολη είναι η διαδικασία, τόσο πλατύτερη είναι η Δημοκρατία.
Βέβαια η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν ήταν κάποιο ιδανικό πολίτευμα. Είχε πολλά και σοβαρά τρωτά και μειονεκτήματα, όχι όμως αυτά που τονίζουν ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας ή ο Ξενοφώντας. Ο πρώτος ήταν προκατειλημμένος εναντίον της κι οι άλλοι δύο απροκάλυπτοι εχθροί της.
Αυτούς τους ενοχλούσε η παντοδυναμία της Εκκλησίας του Δήμου, το ευμετάβλητο των διαθέσεων και αποφάσεων του λαού και το νεωτεριστικό πνεύμα που κυριαρχούσε παντού.
Τα πραγματικά μειονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που την οδήγησαν τελικά στην ήττα, με δραματικές συνέπειες για όλον τον ελληνισμό ήταν άλλα.
Πρώτα πρώτα ήταν ο αποκλεισμός των γυναικών από κάθε είδους κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα. Οι Αθηναίες δεν είχαν κανένα πολιτικό και ελάχιστα κοινωνικά δικαιώματα, σε αντίθεση με τις γυναίκες της Σπάρτης, του Άργους, της Λέσβου, της Κρήτης και άλλων ελληνικών περιοχών.
Ακόμα η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν φιλοπόλεμη και επεκτατική. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Στην αρχαιότητα το κυριότερο μέσο παραγωγής ήταν η γη. Η Πολιτεία έχοντας για στήριγμα της τους ελεύθερους μικροκαλλιεργητές, έπρεπε να φροντίζει να έχουν όλοι τους επαρκείς κλήρους γης. Όταν η γη της Αττικής δεν επαρκούσε πια, η Δημοκρατία έκανε πολέμους, προσαρτούσε νέα εδάφη και εγκαθιστούσε σ’αυτά Αθηναίους κληρούχους. Οι συνεχείς όμως πόλεμοι, που δεν τους έκανε με μισθοφορικά στρατεύματα αλλά με δικό της στρατό από Αθηναίους πολίτες, υπονόμευε την ίδια την κοινωνική της βάση, γιατί οδηγούσαν τους πολίτες στην οικονομική καταστροφή.
Τέλος η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν υπερβολικά τοπικιστική. Μολονότι της δόθηκε η ευκαιρία να συνενώσει σε μια πολιτική ενότητα το σύνολο σχεδόν της Ελλάδας, δεν είχε την διορατικότητα, την ευρύτητα του πνεύματος και την οργανωτική ικανότητα να το κάνει, αρετές που αργότερα μόνο η Ρώμη επέδειξε. Ακόμα και οι ξένοι που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και που στο τέλος του 5ου αιώνα αποτελούσαν σχεδόν τους μισούς κατοίκους του Άστεως, δεν απόχτησαν ποτέ δικαιώματα Αθηναίου πολίτη.
Αυτά τα σοβαρά μειονεκτήματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας την οδήγησαν σε αδιέξοδα και προκάλεσαν την παρακμή της. Παρ’όλα αυτά ήταν το πιο γόνιμο σε θεσμούς και ιδέες, (που γνώρισαν παγκόσμια ακτινοβολία και έχουν διαχρονική ισχύ), πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της ιστορίας.
Σύνταγμα των Αθηναίων από Βικιπαίδεια / Εκκλησία του Δήμου
Σύνταγμα των Αθηναίων
από Βικιπαίδεια / Εκκλησία του Δήμου

 Η Δημοκρατία όπως δεν την διδαχθήκαμε

Ο Αριστοτέλης διατυπώνει την σημαντική διαπίστωση, που πάντοτε ίσχυε και θα ισχύει σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, πως ο λαός δεν είναι αδιάφθορος. Διότι πιστεύει ότι μπορεί να διαφθαρεί με τις «Χάριτες» και τα «Κέρδη» (ή με τις προεκλογικές υποσχέσεις, στα καθ’ ημάς). Όμως λέει ότι διαφθείρεται δυσκολότερα από ότι οι «ολίγοι».
Αυτή η διαπίστωση παίρνει μια ιδιαίτερη διάσταση στη σημερινή εποχή της γενικευμένης συναλλαγής, του «κέρδους» και των «χαρίτων». Και μάλλον αρκεί από μόνη της για να απαντήσει στο καίριο ερώτημα, αν δηλαδή πρέπει να είναι «ό δήμος ό κρατών» ή οι «ολίγοι» (αντιπρόσωποί του).
Η ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία είναι το πολίτευμα που δικαιούνται κυριολεκτικά και απόλυτα να αποκαλείται δημοκρατία. Μόνο σ’ αυτό ο «δήμος» (λαός) «κρατεί» (έχει, την εξουσία). Κανένα άλλο σημερινό δεν δικαιούται κάτι τέτοιο.
Η δημοκρατία δεν «φύτρωσε» ξαφνικά στην ελληνική πολιτική σκέψη. Τα πρώτα σπέρματά της ανάγονται στην αυγή της εμφάνισης του λαού αυτού, στη μυθολογία του.
Δεν είναι του παρόντος να αρχίσουμε από εκεί. Θα σταθούμε μόνο σε ένα γεγονός: η «εκκλησία του δήμου» (λαϊκή συνέλευση θα λέγαμε σήμερα) υπάρχει και λειτουργεί πολύ πριν εμφανιστεί η δημοκρατία. Έστω και αν οι δικαιοδοσίες της είναι, ακόμη, πολύ περιορισμένες: να εγκρίνει ή όχι τις προτάσεις των βασιλέων ή άλλων αρχόντων.
Δεν θα αναφερθούμε στα δημοκρατικά πολιτεύματα άλλων «πόλεων» (κρατών) της περιόδου εκείνης. Διότι η Αθήνα δεν ήταν, τότε, η μοναδική δημοκρατική πολιτεία. Όμως το υπόδειγμα που προσέφερε ήταν τόσο τέλειο, που περιττεύει η αναφορά και σε άλλα.
Ο Σόλων
Ο Σόλων ήταν ο πρώτος που αναμόρφωσε ριζικά τους πολιτικοκοινωνικούς θεσμούς στην Αθήνα (594-593 π.Χ.) Με μια σειρά από επαναστατικά επανορθωτικά μέτρα, που όλα μαζί ονομάστηκαν «σεισάχθεια» (απόσειση βαρών) επανέφερε την κοινωνική γαλήνη: ακύρωσε τις οφειλές προς το δημόσιο ή ιδιώτες, κατάργησε το δανεισμό «επί σώμασιν» (δουλοποίηση εν αδυναμία αποπληρωμής χρέους), απελευθέρωσε όσους πολίτες είχαν δουλωθεί και αμνήστευσε τα αδικήματα που επέφεραν απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων.
solon
Ο Κλεισθένης
Ο Κλεισθένης ήταν αυτός που μεταρρύθμισε ριζικά το αθηναϊκό πολίτευμα (508-507 π.Χ.) Στα θεμέλια της πολιτείας, περιόρισε τη δυνατότητα επηρεασμού των ασθενέστερων πολιτών (λόγω οικονομικής κατάστασης, μόρφωσης, ή κεκτημένων συνηθειών) και μείωσε τις τοπικιστικές τάσεις. Στη διοίκηση, μετέφερε στη λαϊκή Βουλή (και το εκάστοτε πρυτανεύον τμήμα της) τις εξουσίες των αρχόντων.
Ο Κλεισθένης επινόησε και έθεσε σε εφαρμογή μια πραγματική πολιτικο-κοινωνική ανατροπή. Μέχρι τότε, οι πολίτες υπάγονταν σε 4 φυλές, καθεμιά από τις οποίες ήταν ένωση «φατριών» (αδελφοτήτων κοινής καταγωγής). Αθηναίος πολίτης γινόταν μόνον όποιος ανήκε σε κάποια φατρία και η ιδιότητα του μέλους της φατρίας δεν ήταν επίκτητη αλλά συγγενής.
Ο Κλεισθένης παρέκαμψε τις παραδοσιακές φατρίες και φυλές και εισήγαγε, για την εκλογική διαδικασία, τους δήμους. Για να επιτευχθεί ο σκοπός της μεταρρύθμισης έπρεπε οι φυλές:
α) να έχουν ίσο περίπου αριθμό εκλογέων
β) να μην εκφράζουν τοπικιστικές τάσεις και συμφέρονται των εκλογέων και
γ) να εμποδίζουν την άσκηση πιέσεων στους εκλογείς από τοπικούς παράγοντες,
Το σχήμα που θεσμοθετήθηκε, για να εξασφαλιστούν οι τρείς αυτές προϋποθέσεις, προέβλεπε το χωρισμό της αθηναϊκής επικράτειας σε τρείς περιοχές: το «άστυ» (Αθήνα, Πειραιάς και προάστια), την «παραλία» (Σαρωνικός και Νότιος Ευβοϊκός) και τη «μεσογαία» (εσωτερικό).
Με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη η εκκλησία του δήμου όχι μόνον απορρίπτει η τροποποιεί τις προτάσεις των αρχόντων και δέχεται προτάσεις πολιτών, αλλά και επικυρώνει ή ακυρώνει θανατικές καταδίκες δικαστηρίων, ακόμη και του Αρείου Πάγου.
klisthenis
Ο Εφιάλτης
Κι αυτό ακριβώς ανέλαβε να ολοκληρώσει ο Εφιάλτης, αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης (υπαρχηγός ο Περικλής), αφαιρώντας από τη Βουλή του Αρείου Πάγου (462 π.Χ.) όλες τις πολιτικές αρμοδιότητες και επιμερίζοντάς τες στην Εκκλησία, τη Βουλή και την Ηλιαία (το δικαστικό σώμα). Και μάλλον πλήρωσε για το εγχείρημα αυτό με την ίδια τη ζωή του (δολοφονήθηκε ένα χρόνο μετά)
Με τη νέα μεταρρύθμιση του Εφιάλτη, όπου θεσπίζεται επίσης και η περίφημη «γραφή παρανόμων» (οι λόγοι του Δημοσθένη και του Αισχίνη είναι μια πλούσια πηγή για την αποτίμηση της αξίας του θεσμού αυτού), η δημοκρατία ολοκληρώνεται. Γίνεται «άκρακτος» (αμιγής, ανόθευτη).
Ο λαός γίνεται κυρίαρχος σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής. Χωρίς την έγκρισή του τίποτε δεν μπορεί να γίνει.
Θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας είναι η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισοπολιτεία. Βασικό όργανο για τη διαφύλαξή τους, η δυνατότητα ελέγχου του κάθε πολίτη από το σύνολο των πολιτών, όπως και του συνόλου από τον οποιοδήποτε πολίτη.
Με την ελευθερία που παρέχει το πολίτευμα (ελευθερία, όμως, προσδιορισμένη από το νόμο), ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη να ελέγχονται οι πάντες από τους πάντες, ώστε αφ’ ενός διαμορφώθηκε ένα πλέγμα θεσμών για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της δημόσιας ζωής και των προσώπων που συμμετείχαν σ’ αυτήν, αφ’ ετέρου μεταβιβάστηκε η δικαστική εξουσία εξ ολοκλήρου στο λαό και αυξήθηκαν οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων.
Όλες οι εξουσίες πηγάζουν και ελέγχονται απ’ ευθείας από το λαό, το σώμα της Εκκλησίας του δήμου. Και οι αρχές είναι προσιτελάσιμες σε κάθε πολίτη.
Οι σύγχρονες έννοιες της πολιτικής «αντιπροσώπευσης» και του «αντιπροσώπου» του λαού ήταν, για τους Αθηναίους, εντελώς αδιανόητες και απαράδεκτες. Διότι πίστευαν ότι, από τη στιγμή που κάποιος αναθέτει, αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα, την εξουσία σε οποιουσ-δήποτε άλλους, έχει ήδη αλλοτριωθεί πολιτικά.
Το ίδιο αδιανόητη και απαράδεκτη ήταν και η αντιπροσώπευση ενός πολίτη, στην Εκκλησία του δήμου, από άλλον.
Όλες οι αρχές είναι κληρωτές, με εύλογη εξαίρεση ελάχιστες ειδικές αρχές (στρατηγοί, ταμίες) που είναι αιρετές αλλά και ανά πάσα στιγμή ανακλητές. Η κλήρωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο, την πεμπτουσία της δημοκρατίας.
Χωρίς κλήρωση, δημοκρατία δεν νοείται.
Στον πολιτικό τομέα, αρμόδιοι δεν υπάρχουν. Η γνώμη όλων βαραίνει το ίδιο.
Και όλες οι αρχές είναι πολυπρόσωπες. Έτσι η πολιτική εξουσία διασπείρεται όχι μόνο στις διάφορες αρχές αλλά και στα πρόσωπα που υπηρετούν σε καθεμιά απ’ αυτές. Καμία αρχή, κανένας δημόσιος λειτουργός δεν μπορεί, εκμεταλλευόμενος την πρόσκαιρη συμμετοχή του στην κατανομή της εξουσίας, να συγκεντρώσει μεγάλη και, κυρίως, ανεξέλεγκτη δύναμη.
Τέλος, είναι υποχρεωτική η εναλλαγή των προσώπων στις διάφορες αρχές. Με εξαίρεση τους στρατηγούς (βλ. πιο κάτω), δεν επιτρεπόταν να υπηρετήσει εκ νέου ο ίδιος πολίτης στην ίδια αρχή, πριν περάσουν από την αρχή αυτή και όλοι οι άλλοι πολίτες. Κανένας πολίτης δεν μπορεί να παγιωθεί σε ένα δημόσιο λειτούργημα, ως «ειδικός» ή «επαγγελματίας».
Το πλήθος των θεσμών αφ’ ενός και το πολυπρόσωπο και η ετήσια εναλλαγή των αρχών αφ’ ετέρου, επιτρέπουν τη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διακυβέρνηση της πολιτείας.
Αυτό συντελεί αποφασιστικά στην ανάπτυξη βαθύτατου αισθήματος πολιτικής ευθύνης στα άτομα. Ο δήμος, έχοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια του, γίνεται ταυτόχρονα και υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των νόμων. Αντιλαμβάνεται ότι έχει χρέος να διαφυλάσσει μόνος του την ελευθερία του και να πορεύεται προς το μέλλον με σύνεση και χωρίς ακρότητες, διατηρώντας πάντοτε άθικτα τα μέγιστα αγαθά της δημοκρατίας: την ισηγορία, την ισονομία, την ισοκρατία.
Ξενίζει, με την τρέχουσα αντίληψη των πραγμάτων, αυτή η παντοδυναμία του δήμου.
Πώς είναι δυνατόν οποιοιδήποτε πολίτες, χωρίς «τεχνοκρατικές» ή άλλες «περγαμηνές», να ασκούν υψηλά δημόσια λειτουργήματα; Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι αυτοί πολίτες να επιλέγουν τον καλύτερο στρατηγό-πολιτικό, ή να αποτιμούν σωστά το έργο ενός κορυφαίου δημόσιου λειτουργού με τη «δοκιμασία». Πώς είναι δυνατόν ο δήμος να ασκεί ανεξέλεγκτα όλες τις εξουσίες, χωρίς να φτάσει στην υπερβολή ή την αυθαιρεσία;
Αν μπορούσε να θέσει κανείς το πρώτο ερώτημα σε ένα Αθηναίο πολίτη, πιθανώτατα θα εισέπραττε μια ειρωνική αντερώτηση: πώς είναι δυνατόν σεις να απασχολείτε ένα διακεκριμένο πολίτη με τη διοίκηση ενός δημόσιου οργανισμού; εμείς θα αναθέταμε το έργο αυτό σε έναν επιδέξιο δούλο. Διότι πράγματι, στην αρχαία Αθήνα, η τρέχουσα διοίκηση των πραγμάτων είχε κατά μέγα μέρος ανατεθεί σε δούλους.
Στό δεύτερο ερώτημα, που διαρκώς επανέρχεται, η απάντηση όλων, ακόμη και του Πλάτωνα (κάθε άλλο παρά ένθερμου θιασώτη των δημοκρατικών διαδικασιών), είναι πάντοτε η ίδια: αρμόδιος να επιλέξει τον καλύτερο τεχνίτη και να αποτιμήσει το έργο του δεν είναι ένας άλλος ομότεχνός του αλλά αυτός που χρησιμοποιεί το προϊόν της εργασίας του. Και στην περίπτωση του πολιτικού λειτουργού, αυτός που χρησιμοποιεί τις πολιτικές ικανότητές του, δηλαδή ο λαός.
Στο τρίτο απαντά κατά χαρακτηριστικό τρόπο η ιστορία της «στρατηγίας» κατά την κλασική εποχή. Πράγματι, παρουσιάζεται τότε το φαινομενικά παράδοξο (θα εξηγηθεί πιο κάτω γιατί δεν είναι) η στρατηγία να διαθέτει τόση δύναμη, που όχι μόνο να φαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δημοκρατική δομή της πολιτείας, αλλά και να περικλείει (για τη δική μας αντίληψη, που απορρέει από τη νεώτερη πολιτική ιστορία) κινδύνους για το πολίτευμα.
‘Όμως, κανένας άρχων δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί τη δύναμη, που του παραχωρεί ο δήμος. Για να επανεκλέγει, πρέπει ο τρόπος που διαχειρίστηκε το αξίωμά του να κριθεί επιτυχής, με τη «δοκιμασία» του απολογισμού. Και ένας ευφυής πολίτης, όπως πρέπει να είναι ο κάθε στρατηγός, αφού γνωρίζει τις απόψεις του δήμου, δεν θα σκεπτόταν ποτέ να κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.
Αλλά κι αν το επιχειρούσε, ολόκληρος ο στρατός και το ναυτικό αποτελούν τόσο συνειδητά και υπεύθυνα μέλη της ολότητας, που ποτέ δεν θα δέχονταν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά της πολιτείας.
Η ιστορία του 5ου αιώνα δεν αναφέρει κανένα απολύτως περιστατικό όπου στρατηγός έκανε κατάχρηση της εξουσίας του, ή διανοήθηκε να επιχειρήσει να στραφεί εναντίον της πολιτείας, στηριζόμενος στη δύναμη που του είχε εμπιστευθεί ο δήμος.efialtes

Η Εκκλησία τού δήμου.
Είναι το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατίας (γενική συνέλευση των πολιτών, θα λέγαμε σήμερα) στο οποίο μετέχουν όλοι οι πολίτες που περιλαμβάνονται στον «έκκλησιαστικόν πίνακα» (από το 20ό έτος της ηλικίας τους και μετά, οπότε έχουν λήξει και οι διετείς στρατιωτικές τους υποχρεώσεις). Αποκλείονται μόνον όσοι έχουν κηρυχθεί «άτιμοι» (έχουν χάσει τα πολιτικά και αστικά τους δικαιώματα).
Έχει απεριόριστες δικαιοδοσίες. Μεταξύ αυτών:
• Ψηφίζει τους νέους νόμους, αφού της υποβληθεί προηγουμένως το σχετικό προβούλευμα (εισήγηση) από τη Βουλή των πεντακοσίων. Οι νόμοι όριζαν να μην συζητείται «μηδέν απροβούλευτον» ώστε να υπάρχει η ασφάλεια για το δήμο ότι η Βουλή έχει ήδη ελέγξει και κρίνει σε πρώτη φάση τα θέματα. Η Βουλή δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί να υποβάλει προβούλευμα για κάποιο ζήτημα, εάν δεν συμφωνούσε. Αναλύοντας πώς ακριβώς είχε ακριβώς κατά την κρίση της, το ζήτημα, άφηνε στο δήμο την τελική απόφαση με την τυπική φράση «ό,τι άν αυτώ δοκεί άριστον είναι».
• Εκλέγει τους αιρετούς άρχοντες.
• Ασκεί τον έλεγχο της διοίκησης.
• Επιβάλλει την ποινή της εξορίας και της δήμευσης της περιουσίας.
• Εχει τον κύριο λογο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής:
– Αποφασίζει για τις συμμαχίες, τη σύναψη ειρήνης ή την κήρυξη πολέμου.
– Δέχεται τους πρέσβεις ή κήρυκες άλλων πόλεων, μετά την επίδοση των «διαπιστευτηρίων» τους στη βουλή, για να ακουστεί από το δήμο ο σκοπός της αποστολής τους.
– Εκλέγει τους πρέσβεις της αθηναϊκής πολιτείας και τους δίνει οδηγίες για τις ενέργειες που πρέπει να κάνουν, κατόπιν δέχεται τις αναφορές τους για τις πράξεις τους, όταν επιστρέφουν στην Αθήνα, και τους κρίνει ανάλογα.
• Έχει, επίσης, τον κύριο λόγο σε στρατιωτικά ζητήματα:
• Εκλέγει τους στρατηγούς και όλες τις άλλες πολεμικές αρχές.
• Σε πολεμικές περιόδους, αποφασίζει για τον αριθμό των επιστράτων πολιτών και βοηθητικών ανδρών (μετοίκων ή δούλων) στο πεζικό και τον στόλο.
• Υποδεικνύει τους στρατηγούς που θα έχουν την αρχηγία των δυνάμεων και τους δίνει οδηγίες για τις πολεμικές επιχειρήσεις, χαράσσοντας και τη γραμμή που θα τηρήσουν στον πόλεμο, έπειτα κρίνει τους στρατηγούς που είχαν ηττηθεί, ακόμη και τους νικητές που δεν είχαν τηρήσει τα «νόμιμα».
• Ασκεί οικονομική πολιτική:
• Ψηφίζει νόμους για το νόμισμα, τα μέτρα και σταθμά, τα τελωνεία.
• Αποφασίζει για τις πολεμικές δαπάνες, καθώς και τις δαπάνες κατασκευής δημοσίων κτιρίων και αποστολής πρεσβειών.
• Αποφασίζει για θέματα της επίσημης θρησκείας (ίδρυση νέων ναών, εισαγωγή της λατρείας ξένων θεοτήτων, μισθός ιερέων και ιερειών, εισαγωγή νέου τελετουργικού στις επίσημες λατρείες).
Pnyx 2
Οι δέκα στρατηγοί – Οι λοιποί στρατιωτικοί άρχοντες.
Η στρατηγία προϋπέθετε, κατ’ αρχήν, ειδικές γνώσεις και πείρα στα πολεμικά. Για το λόγο αυτό εξαιρέθηκε από το γενικό κανόνα της κλήρωσης και ήταν ένα από τα ελάχιστα αιρετά αξιώματα. Και, με το περιεχόμενο που πήρε προοδευτικά, κατά την εξέλιξη της δημοκρατίας, προϋπέθετε επίσης πολιτικές και διπλωματικές ικανότητες. Έγινε, έτσι, τελικά το σπουδαιότερο και ουσιαστικότερο αξίωμα για την πορεία της πολιτείας.
Οι δέκα στρατηγοί εκλέγονται από την Εκκλησία του δήμου (και κατά το γενικό κανόνα, ένας από κάθε φυλή) για ετήσια, όπως και σε όλες τις άλλες αρχές, θητεία. Όμως, λόγω των ιδιαιτέρων ικανοτήτων που απαιτούσε η στρατηγία, δόθηκε η δυνατότητα επανεκλογής. Πρώτος ο Κίμων εκλεγόταν επί μία 15ετία στρατηγός, αργότερα και άλλοι για μικρότερο διάστημα, κυρίως όμως ο Περικλής ήταν αυτός που υπηρέτησε στο αξίωμα του στρατηγού επί μακρό χρόνο.
Επιδιωκόταν, ασφαλώς, οι στρατηγοί να διαθέτουν στρατιωτικές, πολιτικές και ηγετικές ικανότητες. Όμως, αυτό δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση. Οι στρατηγοί του 5ου αιώνα δεν ήταν όλοι εξέχουσες προσωπικότητες.
Οι στρατηγοί είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Βουλής και να εισηγούνται θέματα, που συζητούσε το σώμα και κατάρτιζε προβουλεύματα για να τα υποβάλει στην Εκκλησία του δήμου. Γενικά, βρίσκονταν σε στενή επαφή με τη Βουλή και τις επιτροπές της, για θέματα που υπάγονταν στις αρμοδιότητές τους ή απαιτούσαν ειδικές γνώσεις.
Όλοι οι στρατηγοί είχαν την ίδια εξουσία. Κατά τη διάρκεια μιάς εκστρατείας, τα καθήκοντα καθενός προσδιορίζονταν με κλήρο και άλλαζε καθημερινά ο αρχιστράτηγος. Μόνο η Εκκλησία του δήμου είχε το δικαίωμα να αναθέσει σε ένα συγκεκριμένο στρατηγό το γενικό πρόσταγμα στις επιχειρήσεις μιάς εκστρατείας. Σε ορισμένες, μάλιστα. εξαιρετικές περιπτώσεις, ο δήμος χορηγούσε, εντελώς προσωρινά, ειδικά προνόμια σε έναν ή περισσότερους στρατηγούς, ονομαζοντάς τους «στρατηγούς αυτοκράτορας». Αυτό συνέβαινε κυρίως σε μακρινές εκστρατείες, οπότε έπρεπε, εκ των πραγμάτων, οι στρατηγοί να έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς προσυνεννόηση με την Εκκλησία. Οπωσδήποτε, επιστρέφοντας από την εκστρατεία ή στο τέλος της θητείας τους, έδιναν λόγο των πράξεών τους, όπως και όλοι οι άλλοι άρχοντες.
Η Ηλιαία – Λοιπές δικαστικές αρχές
Η Δημοκρατία έχει συγκεκριμένη αντίληψη για το ποιο πρέπει να είναι το πολιτικό υποκείμενο: ο πολίτης οφείλει και μπορεί να μετέχει «κρίσεως και αρχής». Ο Αριστοτέλης, από τον οποίο προέρχεται η φράση αυτή, προτάσσει την «κρίση», δηλαδή τη συμμετοχή στη δικαστική εξουσία, της «αρχής», δηλαδή της συμμετοχής στη διακυβέρνηση.
Η συμμετοχή του πολίτη στη δικαστική εξουσία διασφάλιζε και την αμεροληψία των νόμων. Αφού ένα τυχαίο δείγμα του λαού, που νομοθετεί ψηφίζοντας ένα νόμο, καλείται, υπό την ιδιότητα του δικαστή, και να τον εφαρμόσει, δεν υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ένας δεδομένος νόμος ψηφίστηκε για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Και ασφαλώς, η σημερινή αντίληψη για επαγγελματίες δικαστές θα φαινόταν σε ένα αρχαίο Αθηναίο εξωφρενική.
Η Ηλιαία ήταν το κύριο δικαστήριο της πολιτείας, αποτελούμενο από 6.000 δικαστές («ηλιασταί»), 600 από κάθε φυλή. Μέλος της μπορούσε να γίνει κάθε πολίτης που είχε συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας του και δεν εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορία. Ειδικές γνώσεις δεν χρειάζονταν. Επειδή η δικαστική εργασία ήταν πολλή, αφού η δημοκρατική λειτουργία απαιτούσε να ελέγχονται συνεχώς οι πάντες από τους πάντες, προβλεπόταν δικαστικός μισθός, ώστε να μην αποκλείεται η συμμετοχή των πολιτών που δεν διέθεταν τα οικονομικά μέσα για να απασχολούνται ως δικαστές συνεχώς επί ένα χρόνο.
Από τους καταλόγους των δήμων και ανάλογα με τον πληθυσμό καθενός, οι Εννέα άρχοντες και ο γραμματεύς των θεσμοθετών κλήρωναν κάθε χρόνο 600 πολίτες από κάθε φυλή. Οι 6.000 πολίτες που κληρώνονταν, ορκίζονταν ότι θα ψηφίζουν κατά τους νόμους και τα ψηφίσματα της Εκκλησίας και της Βουλής ή κατά συνείδηση, όπου δεν υπήρχε νόμος, ότι δεν θα δωροδοκηθούν, ότι θα είναι αμερόληπτοι και ότι η ψήφος τους θα αφορά μόνο το περιεχόμενο της κατηγορίας.
Με νέα κλήρωση, η Ηλιαία χωριζόταν σε 10 τμήματα των 600 δικαστών, κατά τρόπο ώστε οι πολίτες των δέκα φυλών να αντιπροσωπεύονται εξ ίσου σε κάθε τμήμα. Πρόεδροι των τμημάτων ήταν άρχοντες (οι Εννέα άλλοι), που κληρώνονταν στην αρχή του χρόνου και είχαν παράλληλα ως έργο τη μελέτη της υπόθεσης, την προδικασία και την προανάκριση.
Η Ηλιαία συνεδρίαζε συνήθως κατά τμήματα των 600 και χρειαζόταν η παρουσία τουλάχιστον 501 μελών για να συνεδριάσει το τμήμα. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις συνεδρίαζαν υποχρεωτικά δύο τμήματα μαζί (οικονομικές υποθέσεις κ.ά.) ή ακόμη και τέσσερα (εσχάτη προδοσία), εντελώς εκτάκτως όμως και σπανιότατα σε ολομέλεια (πιστεύεται ότι μια τέτοια περίπτωση θα ήταν η υπόθεση των Ερμοκοπιδών, που συντάραξε την πολιτεία).
Ειδικά σώματα δικαστών, όλα κληρωτά, ήταν επιφορτισμένα με τη μελέτη εξειδικευμένων υποθέσεων και υποβαλή πορίσματος στο δικαστήριο. Τέτοιοι ήταν οι πέντε «εισαγωγείς» (δίκες σχετικές με αιτήσεις άλλων πόλεων για έκπτωση του συμμα-χικού φόρου), οι «ναυτιδίκαι» (διαφορές μεγαλεμπόρων, εφοπλιστών και λιμενεργατών) και οι «πράκτορες».
Μικροϋποθέσεις πολιτών δίκαζαν οι 30 «κατά δήμους δικασταί», που περιόδευαν τους δήμους της Αττικής και δίκαζαν επί τόπου. Είχαν δικαίωμα να επιβάλλουν πρόστιμο ως δέκα δραχμές. Αν το το αδίκημα προϋπέθετε μεγαλύτερη ποινή, παρέπεμπαν την υπόθεση στους «διαιτητάς». Αυτοί έπρεπε να έχουν υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους, οπότε και καταγράφονταν στον ειδικό κατάλογο των διαιτητών, που χωριζόταν σε δέκα τμήματα, ένα για κάθε φυλή. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση να συμβιβάσει τους αντιδίκους αν όμως δεν το κατόρθωνε, ανέκρινε και δίκαζε ο ίδιος. Όταν ένας από τους διαδίκους δεν δεχόταν την απόφασή του, είχε δικαίωμα να κάνει έφεση στην Ηλιαία.
Γενικά κα για όλες τις αποφάσεις των δικαστηρίων, υπήρχε δικαίωμα έφεσης, ώστε να διασφαλίζεται το δίκαιο των πολιτών.
Σπουδαία αδικήματα (κατά της ασφαλείας της πολιτείας κ.ά.) δικάζονταν από τη Βουλή και την Εκκλησία, ενώ παραβάσεις της στρατιωτικής πειθαρχίας δικάζονταν από στρατοδικεία, στα οποία προέδρευαν οι στρατηγοί.210px-Heliaia_at_the_Ancient_Agora_of_Athens
Η κοινωνική πολιτική της Δημοκρατίας
Δεν υπάρχει καμία υπερβολή αν λεχθεί ότι η «Αθηναίων Πολιτεία» ήταν, όχι μόνο το μοναδικό δημοκρατικό πολίτευμα σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι και σήμερα, αλλά ταυτόχρονα και το μοναδικό «σοσιαλιστικό».
Βασική υποχρέωση της πολιτείας ήταν η εξασφάλιση της ελευθερίας και της ζωής των πολιτών. Μέλημά της όχι μόνο η προστασία των πολιτών απο εξωτερικό εχθρό αλλά και εξασφάλιση της ατομικής ελευθερίας και της ισότητας όλων, καθώς και η κάλυψη των καθημερινών αναγκών των πολιτών.
Με σειρά μέτρων, αντιμετώπισε το πρόβλημα της άνισης κατανομής των αγαθών, ώστε να είναι σε θέση όλοι οι πολίτες να υπηρετούν την πολιτεία, να απολαμβάνουν ήρεμοι τη ζωή τους και να έχουν εξασφαλισμένη εργασία.
Βασική υποχρέωση της πολιτείας ήταν η εξασφάλιση της ελευθερίας και της ζωής των πολιτών. Μέλημά της όχι μόνο η προστασία των πολιτών απο εξωτερικό εχθρό αλλά και εξασφάλιση της ατομικής ελευθερίας και της ισότητας όλων, καθώς και η κάλυψη των καθημερινών αναγκών των πολιτών.
Με σειρά μέτρων, αντιμετώπισε το πρόβλημα της άνισης κατανομής των αγαθών, ώστε να είναι σε θέση όλοι οι πολίτες να υπηρετούν την πολιτεία, να απολαμβάνουν ήρεμοι τη ζωή τους και να έχουν εξασφαλισμένη εργασία.
Η πρόνοια για τις ασθενέστερες τάξεις απασχόλησε όλους τους δημοκρατικούς ηγέτες της Αθήνας. Ήταν τόσο σπουδαία η συμβολή των πολιτών στους εθνικούς πολέμους και τις επιχειρήσεις της συμμαχίας, ώστε έπρεπε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αντίδραση ή παράπονο απ’ αυτούς. Με τη διανομή λαφύρων και εγκατάσταση πολιτών ως κληρούχων, οι πιο φτωχοί εξασφάλιζαν πόρους ζωής ενώ η επέκταση της μισθοφοράς έδωσε ένα βασικό έσοδο στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Αφού η πολιτεία ζητούσε από τους πολίτες να συμμετέχουν στην Εκκλησία, τη Βουλή και τα δικαστήρια, ήταν φυσικό και αναγκαίο η συντήρηση όλων αυτών των πολιτών να αφορά την πολιτεία. Και όταν έκλεισαν τα πολεμικά μέτωπα και δημιουργήθηκε πρόβλημα απασχόλησης για τον άνεργο πληθυσμό, αυξήθηκαν οι κληρουχίες, απορροφώντας μεγάλο αριθμό ακτημόνων, ενώ τα μεγάλα έργα κοινής ωφελείας, όπως και τα έργα της Ακρόπολης, απορρόφησαν αμέτρητο πλήθος άλλων κατοίκων.
Όλες αυτές οι προσπάθειες για τη διατήρηση της ισορροπίας της δημοκρατικής κοινωνίας, συμπληρώθηκαν και με παράλληλη οργάνωση της δημόσιας πρόνοιας και περίθαλψης. Οι μακροχρόνιοι πόλεμοι είχαν στερήσει πολλές οικογένειες από τους φυσικούς προστάτες τους. Η πολιτεία ήταν υποχρεωμένη να συντηρεί τους γονείς, τα παιδιά και τους ανήλικους αδελφούς των υπέρ πατρίδος πεσόντων. Ειδικά για τα ορφανά παιδιά η μέριμνα ήταν μεγάλη. Ο άρχων τα κηδεμόνευε και η πολιτεία κάλυπτε τις βιοτικές ανάγκες και την εκπαίδευσή τους, ώσπου να ε-νηλικιωθούν. Φρόντιζε ιδιαίτερα τους ανάπηρους πολέμου και τα άλλα άτομα με ει-δικές ανάγκες («αδυνάτους»), αφού πρώτα εξέταζε το βαθμό αναπηρίας και την οι-κονομική τους κατάσταση. Αν δεν ήταν σε θέση να εργασθούν και το εισόδημά το-υς ήταν λιγότερο απο τρείς «μνας», έπαιρναν απο το δημόσιο ταμείο εναν οβολό την ημέρα. Σε εξαιρετικές πολεμικές περιστάσεις (όπως π.χ. όταν υποχρεώθηκαν οι Αθηναίοι να εκκενώσουν την πόλη) δίνονταν έκτακτα βοηθήματα. Η πολιτεία αν-έλαβε ως ένα μεγάλο βαθμό τον επισιτισμό των κατοίκων όταν, με την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αργοτικός πληθυσμός της Αττικής υποχρεώθηκε να συ-γκεντρωθεί μέσα στην πόλη. Σε περίπτωση σιτοδείας επίσης, η πολιτεία εξασφά-λιζε τη διατροφή των Αθηναίων.
Όλα τα μέτρα της δημοκρατικής πολιτείας κατέτειναν στην εξασφάλιση της κοι-νωνικής γαλήνης και της προστασίας των πολιτών, την παροχή εργασίας σε όλους και την πνευματική ανάπτυξή τους με τη διοργάνωση δραματικών και μουσικών αγώνων. Ο δικαστικός, ο στρατιωτικός, ο βουλευτικός και ο εκκλησιαστικός μισθός έδιναν τη δυνατότητα διαβίωσης στους πολίτες που προσέφεραν υπηρεσίες στην πολιτεία. Και εξασφάλιζαν τη δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στα κοινά. Όμως, η ημερήσια αποζημίωση δεν ήταν ποτέ και για κανέναν υψηλή. Διότι πρόθεση της πολιτείας δεν ήταν να δίνει άφθονες -και στείρες- παροχές, αλλά να ωφελεί τους πολίτες υπό τον όρον ότι θα ωφελεί, πριν από όλα, τα συμφέροντα της πολιτείας.
Δίνοντας στις λαϊκές τάξεις τη δυνατότητα να ικανοποιούν τις υλικές τους ανάγκες, η πολιτεία εξασφάλιζε την εσωτερική γαλήνη. Κι αυτό υπήρξε μια υπηρεσία ανεκτίμητη για τη δημοκρατία. Διότι δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει στηριζόμενη στην (τόσο γνωστή σε εμάς και τόσο άγνωστη στην αρχαία Αθήνα) αστυνόμευση και καταστολή αλλά στη συνεχή φροντίδα για τη διατήρηση των αναγκαίων λεπτών κοινωνικών ισορροπιών.
Ιδιότυποι θεσμοί
Οι βασικοί θεσμοί της Δημοκρατίας, όπως αναφέρθηκαν προηγουμένως, συμπληρώνονταν με ένα πλέγμα άλλων, ειδικών θεσμών, οι οποίοι όχι μόνο στήριζαν τους υπόλοιπους θεσμούς και εξασφάλιζαν την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος αλλά και έδιναν την αναγκαία διέξοδο εκτόνωσης σε ειδικές περιπτώσεις, ώστε να αποφεύγονται εκρηκτικές, καταστάσεις. Σπουδαιότεροι από τους θεσμούς αυτούς ήταν οι ακόλουθοι.
Ο «οστρακισμός». Ηταν μέτρο προστασίας της πολιτείας από κάθε απόπειρα επιβολής τυραννίας. Κάθε χρόνο, στην έκτη πρυτανεία και με την προϋπόθεση απαρτίας (τουλάχιστον 6.000 παρόντες), η Εκκλησία του δήμου αποφάσιζε αν έπρεπε να εφαρμοστεί ο νόμος του »οστρακισμού». Αν η απόφαση ήταν καταφατική γινόταν η »οστρακοφορία». Κάθε πολίτης έγραφε επάνω σε »όστρακο» (θραύσμα αγγείου) το όνομα του πολιτικού του οποίου η απομάκρυνση από την πόλη ήταν κατά τη γνώμη του απαραίτητη για τη σωτηρία της πολιτείας. Ο »οστρακιζόμενος» έπρεπε μέσα σε δέκα ημέρες να εγκαταλείψει την πόλη και να παραμείνει στην εξορία επί μία δεκαετία. Διατηρούσε όμως τα πολιτικά του δικαιώματα και μπορούσε να διαθέσει την περιουσία του όπως επίσης και να εγκατασταθεί όπου ήθελε. Ο οστρακισμός ήταν προληπτικό μέτρο και όχι ποινή αφου ο οστρακιζόμενος δεν είχε κατηγορηθεί για έγκλημα κατά της πολιτείας αλλά είχε μόνο θεωρηθεί ύποπτος στο δήμο. Και είχε, για τα μέτρα της εποχής του, ανθρωπιστικό χαρακτήρα, αφού δεν συνεπαγόταν την «ατιμία» (στέρηση πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων). Έπειτα, ήταν αδύνατον να στραφεί κατά μεγάλου αριθμού Αθηναίων, εφ’ όσον μόνον ένας πολίτης ήταν δυνατόν να οσ-τρακιστεί κάθε χρόνο. Και αφού διαρκούσε δέκα χρόνια, ο μεγαλύτερος αριθμός οστρακισμένων δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει τους δέκα.
Η «γραφή παρανόμων»
Πρόκειται για αγωγή ή καταγγελία, με αστικές αλλά και ποινικές ευθύνες, που κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να εγείρει, εντός προθεσμίας ενός έτους απο την έκδοσή τους, κατά διοικητικών πράξεων, προβουλευμάτων της Βουλής ή ακόμη και νόμων-ψηφισμάτων, τόσο για ουσιαστικούς όσο και τυπικούς (δικονομικούς) λόγους. Στην περίπτωση των νόμων, ένας ουσιαστικός λόγος ήταν αν το περιεχόμενό τους βρισκόταν σε αντίθεση με προηγούμενο νόμο, που δεν είχε καταργηθεί. Και η αναζήτηση της ευθύνης έφτανε μέχρι τον εισηγητή του νόμου ή προ-βουλεύματος, που ακριβώς για το λόγο αυτό αναφερόταν πάντοτε στα σχετικά κεί-μενα («ό τάδε είπεν» – βλ. Εκκλησία του δήμου).
Η υποβολή της «γραφής παρανόμων» είχε άμεση συνέπεια την αναστολή εφαρμογής των προσβαλλομένων πράξεων, νόμων κ.τ.λ., ώσπου να αποφασίσει ένα λαϊκό δικα-στήριο 1.000 τουλάχιστον μελών. Ήταν όπως αποδείχθηκε και στην πράξη, ένας πο-λύ σημαντικός θεσμός, σπουδαίος φρουρός του πολιτεύματος, φόβος για κάθε βέβηλο, επίορκο η πονηρό που θα επιχειρούσε, εκμεταλλευόμενος τις ελευθερίες που με τόση γενναιοδωρία προσέφερε η δημοκρατία να επιτύχει αποφάσεις αντίθετες προς το συμφέρον του δήμου.
Αν επειχειρούσε κανείς να μεταφέρει την «γραφή παρανόμων» στα σημερινά δεδομένα, παραλληλίζοντάς την με το θεσμό του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Συνταγματικού Δικαστηρίου και των δημοψηφισμάτων λαϊκής πρωτοβουλίας άλλων χωρών, η σύγκριση θα προκαλούσε βαθιά θλίψη. Όχι απλώς και μόνο διότι η κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αγνοεί, ατιμωρητί, ορισμένες αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας, αλλά κυρίως διότι ούτε στην Ελλάδα ούτε και σε άλλες χώρες προβλέπεται δικαστικός έλεγχος και τιμωρία όσων εισηγήθηκαν ένα νόμο ή εξέδωσαν μια διοικητική πράξη, όταν ο νόμος αυτός ή η πράξη ακυρωθούν από τα θεσμοθετημένα ελεγκτικα σώματα.
Όσο για τα δημοψηφίσματα λαϊκής πρωτοβουλίας που γίνονται σήμερα σε άλλες χώρες (προφανώς ωριμότερες από την Ελλάδα) αυτά διενεργούνται μόνον όταν τα ζητήσουν πολλές δεκάδες η εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών και κρίνονται με καθολική ψηφοφορία. Ενώ τα «δημοψηφίσματα» (ας τα ονομάσουμε έτσι) της «γραφής παρανόμων» της αθηναϊκής δημοκρατίας προκαλούνται από ένα μόνο πολίτη, κρίνονται από 1.000 μόνο πολίτες-δικαστές και, το σημαντικότερο, μπορούν να επισύρουν το δικαστικό έλεγχο και τιμωρία των εισηγητών των νόμων ή εκδοτών των διοικητικών πράξεων που θα ακυρωθούν.

Δημοκρατία και οι τρεις εξουσίες

Με βάση τις πληροφορίες που έχουμε από την αρχαιότητα για το τι είναι δημοκρατία, για να θεωρήσουμε ένα σημερινό πολίτευμα ως δημοκρατία, θα πρέπει για το πολίτευμα αυτό να ισχύουν τα παρακάτω
Α. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ:
  1. Το σώμα όλων των πολιτών με δικαίωμα ψήφου (το δικό μας εκλογικό σώμα δηλαδή), και μόνο αυτό το σώμα, αποφασίζει για το τι άλλα όργανα, σώματα και θεσμοί θα υπάρχουν στο πολίτευμα (πχ βουλή, ως νομο-παρασκευαστικό μόνο σώμα φυσικά και όχι νομοθετικό, υπουργεία ποια και πόσα, δικαστήρια ποια και πόσα, κλπ κλπ). Το σώμα όλων των πολιτών με δικαίωμα ψήφου, μπορεί να αλλάξει όποτε θέλει τις αποφάσεις του, δηλαδή τους θεσμούς της πολιτείας που θέσπισε με προηγούμενή του απόφαση
  2. Το σώμα όλων των πολιτών με δικαίωμα ψήφου είναι το μόνο σώμα που έχειδικαίωμα και εξουσία να ψηφίζει νόμους, δηλαδή να νομοθετεί. (Δηλαδή στην δημοκρατία νομοθέτης είναι ο απλός πολίτης και όχι ο επαγγελματίας βουλευτής των κοινοβουλευτικών καθεστώτων της ολιγαρχίας.)
[Σημείωση: Για να έχουμε σε ισχύ τα δύο παραπάνω ΔΕΝ σημαίνει πως αναγκαστικά πρέπει να μαζεύονται όλοι οι πολιτες σε μια πλατεία για γενική συνέλευση/εκκλησία του δήμου. Μπορεί οι αποφάσεις να παίρνονται με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων που στοιχίζουν ελάχιστα (πχ. ΑΤΜ στις τράπεζες, πχ ΚΙΝΟ στα προπατζήδικα, πχ Δίκτυο Περικλής κλπ κλπ). Πάντως σε όλες τις περιπτώσεις οι αποφάσεις αυτές πρέπει να ληφθούν με ΑΜΕΣΗ συμμετοχή του κάθε πολίτη και όχι με αντιπρόσωπο, πληρεξούσιο ή βουλευτή.]
Β. ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ:
Εφόσον το σώμα των πολιτών αποφάσισε για τα κυβερνητικά του όργανα (κυβέρνηση και υπουργεία κλπ κλπ), ποια και πόσα θέλει να είναι, τότε για τα όργανα αυτά και αυτούς που θα τα στελεχώνουν πρέπει να ισχύουν τα εξής
  1. Οι θητείες στα κυβερνητικά αξιώματα είναι το περισσότερο ετήσιες
  2. Απαγορεύεται η ανάδειξη στο ίδιο αξίωμα, του ίδιου προσώπου για δεύτερη φορά, μέχρι να περάσουν από εκείνο το αξίωμα όλοι όσοι ενδιαφέρονται για την θέση αυτή
  3. Η ανάδειξη στην πλειοψηφία των κυβερνητικών αξιωμάτων γίνεται με κλήρωση, μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων. Η ανάδειξη με εκλογή γίνεται για τα ελάχιστα εκείνα αξιώματα που απαιτούν ειδίκευση και κατάρτιση, πχ πρόεδρος του ΙΓΜΕ.  [Σημείωση: αυτά όμως είναι θέματα που τα αποφασίζει στις λεπτομέρειές τους, το σώμα των πολιτών. Απλώς η ΚΛΗΡΩΣΗ για τα περισσότερα κυβερνητικά αξιώματα είναι η ένδειξη αν έχουμε δημοκρατία ή ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ]
  4. Καταγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία (“και των γονέων”) του κάθε αξιωματούχου πριν και μετα την θητεία του. Ο αξιωματούχος δίνει απολογισμό στο πέρας της θητείας του και έχει ποινική ευθύνη (η πολιτική ευθύνη είναι τζάμπα κοροϊδία) όχι μόνο για τις βρωμιές του αλλά και για τα λάθη του. Χωρίς καμμία ειδική ποινική ή άλλη ασυλία έναντι των άλλων πολιτών.
Γ. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ
Εφόσον το σώμα των πολιτών αποφάσισε για το ποια, ποιων τύπων και πόσα δικαστήρια απαιτούνται, τότε οι θέσεις των δικαστών για τα δικαστήρια αυτά στελεχώνονται πάντα με κλήρωση και μάλιστα λίγο πριν την εκδίκαση, μεταξύ όλων των πολιτών που ενδιαφέρονται να είναι υποψήφιοι δικαστές.
[Σημείωση: Στην δημοκρατία οι δικαστές είναι πάντα λαϊκοί κληρωτοί δικαστές. Η δημοκρατία θεωρεί πως ΚΑΙ η απονομή δικαιοσύνης είναι πολιτικό ζήτημα και όχι τεχνικό-νομοτεχνικό ζήτημα. Τεχνικό ζήτημα είναι η οδήγηση αυτοκινήτου γι’ αυτό ζητάμε από κάποιον να πάει στη Σχολή Οδηγών και νάχει και άδεια. Διαφορετικά καταντάμε να έχουμε χιλιάδες επί χιλιάδων νόμους και παρόλα αυτά να παίρνουμε δικαιοσύνη κακής ποιότητας. Σαφώς, στην εποχή μας, τα δικαστήρια αυτά θα περιλάμβαναν και βοηθητικό προσωπικό, δηλαδή επαγγελματίες νομικούς, λογιστές, γραφείς, και κάθε τεχνικό που θα έκρινε ένα δικαστήριο ότι του χρειάζεται.]