Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Το κρυφό πλάνο των μεγιστάνων για την καταστολή της δημοκρατίας

φΜια τυχαία ανακάλυψη εμπιστευτικών εγγράφων και αλληλογραφίας το 2013 στις ΗΠΑ αποκάλυψε ένα κρυφό πλάνο που προβλέπει, μέσα από μια συνταγματική «επανάσταση», την αντικατάσταση των δημοκρατικών διαδικασιών με ένα απολυταρχικό σύστημα που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μεγιστάνων. Τα εν λόγω έγγραφα αποτελούσαν το αρχείο ενός νομπελίστα οικονομολογου χρηματοδοτουμενο απο διεσεκατομμυριουχους. 

Το πλανο εφαρμόζεται εδώ και χρόνια σε πολλές χώρες και περιγράφεται σε πρόσφατο βιβλίο της καθηγήτριας που ανακάλυψε το αρχείο.


Ο οικονομολόγος ήταν ο James McGill Buchanan, ο οποίος πέθανε το 2013. Το αρχείο του ανακαλύφθηκε από την καθηγήτρια Nancy MacLean μερικούς μήνες μετά το θάνατό του σε ένα σπίτι του πανεπιστημίου George Mason University, στο οποίο ο Buchanan ήταν καθηγητής.


Ένας νομπελίστας στην υπηρεσία των μεγιστάνων


Ο Buchanan δεν ήταν ένας τυχαίος οικονομολόγος. Στο βιβλίο του «The Limits of Liberty» αναφέρει ότι «ο απολυταρχισμός είναι η μόνη εναλλακτική οργανωτική λύση στη [σημερινή] πολιτική δομή». Το 1980 πήγε στη Χιλή και συμβούλευσε την κυβέρνηση του δικτάτορα Πινοσέτ σχετικά με τη σύνταξη νέου συντάγματος και νόμων, προτείνοντας ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, διάλυση των συνδικάτων και κατάργηση κάθε μέτρου που εμπόδιζε την ελευθερία δράσης των μεγάλων επιχειρήσεων.

Παρότι τα μέτρα που πρότεινε ο Buchanan χρεοκόπησαν τη Χιλή το 1982, ο ίδιος τιμήθηκε το 1986 με το βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών. Εν καιρώ, οι μέθοδοι που πρέσβευε εφαρμόστηκαν επίσης στις ΗΠΑ, αλλά και σε πολλά κράτη της Δύσης.

Το έργο του υποστηριζόταν από διάφορους μεγιστάνες και τα ιδρύματά τους. Στο παραπάνω αρχείο περιλαμβάνονται εμπιστευτικές επιστολές σχετικά με τη χορήγηση εκατομμυρίων δολαρίων στο πανεπιστήμιο του Buchanan από τον δισεκατομμυριούχο Charles Koch.



Μυστικότητα υπεράνω όλων


Η ιδεολογία του έργου του Buchanan εκφράστηκε μέσω της θεωρίας του για τη «δημόσια επιλογή» (Public Choice Theory), με την οποία επιχειρηματολογούσε ότι κάθε πολίτης μιας ελεύθερης κοινωνίας θα πρέπει να μπορεί να ασκεί βέτο στις αποφάσεις της. Στην ουσία, εννοούσε ότι εάν ένας πλούσιος δεν θέλει να πληρώνει φόρους, δεν πρέπει να φορολογείται. Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι λαοί χρησιμοποιούν την ψήφο τους για να εκμεταλλευτούν την περιουσία των πλουσίων, καθότι οι κυβερνήσεις που εκλέγονται απαιτούν μέσω της φορολογίας χρήματα που οι πλούσιοι έχουν κερδίσει, για να καλυφθούν η κοινωνική πρόνοια και οι άλλες δαπάνες του κράτους.

Ο Buchanan έβλεπε ως αποστολή του τη διάσωση του καπιταλισμού από τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Καθότι κανένας λαός δεν θα ψήφιζε τα αντιλαϊκά μέτρα που πρότεινε, μια βασική αρχή του ήταν η απόλυτη μυστικότητα της εφαρμογής του πλάνου του. Για αυτό έλεγε στους συνεργάτες του ότι η «συνωμοτική μυστικότητα είναι πάντα απαραίτητη». Ταυτόχρονα, η εφαρμογή του πλάνου συνοδευόταν από ένα προπέτασμα καπνού: κάθε προτεινόμενη μεταρρύθμιση παρουσιαζόταν ως απαραίτητη για τη διάσωση των υπαρχόντων συστημάτων, όπως κοινωνικής ασφάλισης και υγείας.



Η εφαρμογή του πλάνου


Το απολυταρχικό όραμα του Buchanan και των υποστηρικτών του έχει ήδη επηρεάσει σημαντικά την πολιτική στις ΗΠΑ και, μέσω της παγκοσμιοποίησης, την πολιτική στον υπόλοιπο κόσμο.

Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, χρηματοδότες του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων συναντήθηκαν με αξιωματούχους της κυβέρνησης του Τραμπ. 


Το μήνυμά τους προς την κυβέρνηση ήταν ξεκάθαρο: συνεχίστε τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή τις περικοπές, στην περίθαλψη και στη φορολογία αν θέλετε να σας χρηματοδοτήσουμε για τις εκλογές του 2018*. 

Μαζί με το μαστίγιο, οι χρηματοδότες προσέφεραν και το καρότο: το δίκτυο των αδελφών Koch δήλωσε ότι θα προσφέρει 300-400 εκατομμύρια δολάρια για την υποστήριξη των Ρεπουμπλικάνων, εάν αυτοί εφαρμόσουν τις εν λόγω μεταρρυθμίσεις. 

Τέτοιες προσφορές θεωρούνται εντελώς νόμιμες. 

Το 2014 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επαναδιαβεβαίωσε προηγούμενη απόφασή του ότι η δωρεά χρημάτων σε κόμματα για προεκλογικές καμπάνιες αποτελεί ένα είδος «ελευθερίας του λόγου»: μια απόφαση που αντικατοπτρίζει πλήρως τη θεωρία του Buchanan.

Οι περικοπές και η λιτότητα που επιβάλλονται στις χώρες της ΕΕ συνάδουν απόλυτα με το όραμα του Buchanan και οι εκάστοτε χρηματοδότες των πολιτικών κομμάτων εμπνέονται από αυτό. 


Στην Βρετανία, σύμφωνα με το  Economist, μεγάλα hedge funds έχουν συνεισφέρει 15 εκατομμύρια δολάρια στο κόμμα των Συντηρητικών την τελευταία πενταετία.

Οι αποκαλύψεις του βιβλίου της Nancy MacLean [1] επιβεβαιώνουν όχι μόνο πως σκέφτονται, αλλά και πως δρουν οι μεγιστάνες ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους στο πλαίσιο των «δημοκρατικών» καθεστώτων. 


Και όπως έγραφε ο Σουν Τζου, ο Κινέζος στρατηγός και συγγραφέας του κλασικού εγχειριδίου «Η Τέχνη του Πολέμου», για να νικήσεις τον εχθρό σου πρέπει να καταλάβεις πως σκέφτεται.


[1] MacLean, N. (2017). Democracy In Chains: The Deep History of the Radical Right’s Stealth Plan for America. Penguin Random House, New York.

* Στις 6 Νοεμβρίου 2018 θα γίνουν εκλογές στις ΗΠΑ για όλες τις έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και για το ένα τρίτο των εδρών στη Γερουσία. Ειναι οι λεγόμενες midterm elections, πολύ σημαντικές γιατί μπορεί να περιορίσουν τη δράση του Τραμπ
.


 ThePressProject

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Οι τέσσερις γενικές αρχές της δημοκρατίας σε μία λαϊκή συνέλευση

Οι τέσσερις γενικές αρχές της δημοκρατίας σε μία λαϊκή συνέλευση. 

Οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύουν σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική διαδικασία (π.χ. σε ένα δημοψήφισμα). 

 “Κάθε δημοκρατική λαϊκή συνέλευση διέπεται από κάποιες γενικές αρχές.

  1. Η αρχή της ισότητας
Η αρχή της ισότητας αποτελεί την βάση της λαϊκής συνέλευσης : όλα τα ώριμα (με την έννοια του υπόχρεου λογοδοσίας) μέλη της κοινότητας μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή, διαθέτοντας ίση βαρύτητα στη λήψη των αποφάσεων.
Δεν είναι εύκολο να θεμελιώσουμε την έννοια της ισότητας ως θετική αρχή. Ωστόσο είναι εύκολο να την στηρίξουμε την έννοια της ισότητας με αρνητικό τρόπο. Εξάλλου το δημοκρατικό ιδεώδες βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή πως δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία από τον λαό. Η αρχή αυτή σημαίνει πως είναι εξ’ ορισμού όλοι ίσοι. Εάν κάποιοι από τους συμμετέχοντες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους κατά την λήψη  των αποφάσεων, μόνο λόγω του ποιοι είναι, τότε επιστρέφουμε στην ολιγαρχία.
Έτσι  η ψήφος κάθε ώριμου προσώπου έχει την ίδια βαρύτητα. Η ιστορία της δημοκρατίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν κυρίως μια μάχη γι’ αυτή την αρχή, μια μάχη που διεξήχθη κυρίως σε τρία μέτωπα: το σύστημα της καθολικής ισοψηφίας των ατόμων (στο οποίο το κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιδιοκτησία, την ηλικία ή τις ικανότητές του/της έχει ισότιμη ψήφο), το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και το δικαίωμα ψήφου ανεξάρτητα από  διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. δικαίωμα ψήφου των έγχρωμων στη Νότια Αφρική).
  1. Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία
Το δικαίωμα πρωτοβουλίας σημαίνει ότι κάθε μέλος της λαϊκής συνέλευσης έχει ίσο δικαίωμα να υποβάλλει προτάσειςΑυτό σημαίνει ότι η ατζέντα της συνέλευσης δεν τίθεται από κάποια ελίτ.
Το δικαίωμα πρωτοβουλίας δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ειδική εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθεση προτάσεων δε διέπεται από κανόνες. Για παράδειγμα, τέτοιοι κανόνες μπορούν να ορίζουν ότι μια πρόταση πρέπει να κατατίθεται 14 ημέρες πριν από την συνέλευση ή ότι πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον εκατό μέλη της συνέλευσης. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους.
  1. Η αρχή της πλειοψηφίας
Στην ιδανική περίπτωση υφίσταται ομοφωνία: όλοι συμφωνούν σε μια πρόταση. Ωστόσο η ομοφωνία συνήθως δεν επιτυγχάνεται. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται η αρχή της πλειοψηφίας. Αποτελεί απόρροια της αρχής της ισότητας και προέρχεται από την επιθυμία να αποφεύγεται η διασάλευση της συνέλευσης. Η εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας ελαχιστοποιεί τον αριθμό των δυσαρεστημένων. Θα μπορούσε επιπλέον κανείς να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε λύση πέρα από την αρχή της απλής πλειοψηφίας αρνείται την αρχή της ισότητας. Έτσι, αν πούμε ότι ακολουθείται η ενισχυμένη πλειοψηφία (π.χ. δύο τρίτα), τότε μία μειοψηφία μπορεί να αρνηθεί στην πλειοψηφία αυτό που θέλει – για παράδειγμα αν το 60% θέλει την επιλογή Α και ένα 40% θέλει την επιλογή Β.
Η αρχή της πλειοψηφίας έχει μια υπαρξιακή διάσταση. Αποδεχόμενοι αυτή την αρχή, αναγνωρίζουμε τις ανθρώπινες ατέλειες. Η ύπαρξη μειοψηφίας δείχνει ότι η συζήτηση και η διαδικασία σχηματισμού αντίληψης ήταν ατελείς. Ταυτόχρονα, η αρχή της πλειοψηφίας μας θυμίζει το γεγονός ότι η δημοκρατία πρέπει πάντα να γίνεται αντιληπτή ως μία ιστορική διαδικασία. Η σημερινή μειοψηφία μπορεί να είναι η αυριανή πλειοψηφία. Οι περισσότερες νέες ιδέες συναντούν αρχικά αντίδραση και απόρριψη, όμως αργότερα μπορεί να γίνουν γενικά αποδεκτές. Ο κανόνας της πλειοψηφίας μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει  σωστά μόνο όταν είναι επαρκώς κατανοητός στην κοινωνία ή την κοινότητα με ιστορικούς όρους. Όταν η απόφαση που έλαβε μία πλειοψηφία ενάντια στην πρόταση μιας μειοψηφίας εκλαμβάνεται από την πρώτη ως ένας απόλυτος ‘θρίαμβος’, πέρα από κάθε ιστορική προοπτική, τότε η ποιότητα της δημοκρατίας πλήττεται.
Η αρχή της πλειοψηφίας αντιτίθεται σε κάθε ελιτίστικη τάση. Τα αυταρχικά κινήματα δεν αναγνωρίζουν ποτέ την αρχή της πλειοψηφίας. Ενθαρρύνουν πάντοτε την εικόνα μιας ‘πρωτοπορίας’ ή μιας  ελίτ που μπορεί να επιβάλλει τη θέληση της στην πλειοψηφία. Οι λενινιστές θα μιλήσουν για τον πρωτοποριακό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος και την δικτατορία του προλεταριάτου. Οι εθνικοσοσιαλιστές θα μιλήσουν για ελίτ βασισμένες σε φυλετικά χαρακτηριστικά. Οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές θα απορρίψουν τα ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες και τους διαφωνούντες, ακόμη κι αν οι ομάδες αυτές αποτελούν την πλειοψηφία.
Με έναν πιο μετριασμένο αλλά ωστόσο υπαρκτό τρόπο, η ελιτίστικη αυτή αρχή υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο Dewachter (1992, σ. 70) το θέτει ως εξής: «Σύμφωνα με τη βασική ιδέα της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω της επιλογής των ‘φιλοσόφων – ηγεμόνων’. Εκλέγεται ένα δείγμα αντιπροσώπων του λαού που αντιστοιχεί σε μια αντιπροσωπευτική κατανομή του πληθυσμού ολόκληρης της επικράτειας. Εντούτοις τα εκλεγμένα μέλη αφ’ εαυτά δεν είναι πλέον αντιπροσωπευτικά, δεν αποτελούν ένα μέσο όρο, αλλά είναι οι άριστοι. Το κοινοβούλιο είναι  η συνέλευση των αρίστων του έθνους.». Ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Thomas Dehler, το είπε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί παρανόηση της φύσης της δημοκρατίας η άποψη πως το κοινοβούλιο είναι ο εντολοδόχος της λαϊκής βούλησης. Θεωρώ πως η φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι κάτι αρκετά διαφορετικό: είναι στην πραγματικότητα μία κοινοβουλευτική αριστοκρατία. Τα μέλη του κοινοβουλίου έχουν το καθήκον και τη ευκαιρία να δρουν υπό γενικότερο πρίσμα έχοντας ανώτερη γνώση από τον απλό πολίτη», (όπως αναφέρεται στο Dewachter, 2003, σ. 30).
Για αυτή την ξεκάθαρη έκφραση της ελιτίστικης ιδέας πίσω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο Dehler επιδοκιμάσθηκε όχι μόνο από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά επίσης από τους Φιλελεύθερους και τους Σοσιαλιστές. Από αυτή την άποψη η διαφορά με τα ολοκληρωτικά συστήματα ενός αμιγώς κοινοβουλευτικού συστήματος είναι πως, η ελίτ πρέπει να αποκτά την τυπική πλειοψηφία από τον λαόΕκείνο όμως που είναι κοινό στο αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα και στο ολοκληρωτικό σύστημα είναι πως επιτρέπουν την εφαρμογή νόμων ενάντια στην βούληση της πλειοψηφίας του λαού.
  1. Η αρχή της εντολής
Η συνεχής επίτευξη ομοφωνίας είναι ανέφικτη σε μια δημοκρατία. Γι’ αυτό και η αρχή της πλειοψηφίας είναι μέρος του δημοκρατικού ‘αρχέτυπου’ της δημοκρατίας. Όμως υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Η καθολική συμμετοχή στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι επίσης ανεπίτευκτη. Θα υπάρχουν πάντα μέλη της κοινότητας που δεν θα θέλουν να παίρνουν μέρος στη λήψη αποφάσεων σε συγκεκριμένα θέματα: είτε γιατί δεν έχουν το χρόνο είτε γιατί πιστεύουν ότι δεν έχουν επαρκή γνώση είτε για άλλους λόγους. Έτσι, επιπρόσθετα  στην αρχή της πλειοψηφίας, εισάγεται και η αρχή της εντολής: αυτοί που δεν συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση θεωρείται πως έχουν δώσει εντολή σε αυτούς που συμμετέχουν.
Η αρχή της εντολής δεν μπορεί να αποφευχθεί με την θέσπιση υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή υποχρεωτικής συμμετοχής. Ακόμη και αν έχει οριστεί από τον νόμο η υποχρεωτική συμμετοχή στην λαϊκή συνέλευση, θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει μία ρύθμιση για αυτούς που δεν την τηρούν. Οι αποφάσεις της λαϊκής συνέλευσης θα δεσμεύουν πάντα και τους απόντες.
Έτσι η αρχή της εντολής δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τη διαφορά μεταξύ του αντιπροσωπευτικού και του αμεσοδημοκρατικού τρόπου λήψης των αποφάσεων. Η αρχή της εντολής αποτελεί άμεση συνέπεια του γεγονότος πως εξ’ ορισμού οι νόμοι αφορούν όλα τα μέλη της κοινότητας. Με άλλα λόγια: δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ένας νόμος αφορά εμένα προσωπικά με το επιχείρημα ότι δεν πήρα μέρος στη  δημιουργία του. Μη συμμετέχοντας στη λήψη της απόφασης για τη δημιουργία του νόμου, θεωρείται αυτόματα ότι έχω δώσει εντολή σε αυτούς που πήραν τελικά την απόφαση. Χωρίς αυτή την αρχή ο καθένας θα εξαιρούσε τον εαυτό του από την εφαρμογή των νόμων  κατά το δοκούν.
Επομένως, σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, μέσα από την λαϊκή συνέλευση –  από τυπικής έποψης – υπάρχουν πάντα δύο αποφάσεις που πρέπει να παρθούν:
  • Πρώτα λαμβάνεται απόφαση σχετικά με την εντολή: κάθε πολίτης αποφασίζει είτε ότι θα πάρει προσωπικά μέρος στο ‘κατά περίπτωση (ad hoc) κοινοβούλιο’ που θα αποφασίσει σχετικά, είτε ότι θα δώσει εντολή στους συμπολίτες του (το οποίο γίνεται με την μη-συμμετοχή του).
  • Δεύτερον, η λαϊκή συνέλευση αποφασίζει σχετικά με το ζήτημα έπειτα από συζήτηση.”

07.RD-vs-Real-Democracy-1024x539 _ 2 _ small
Από το βιβλίο των Verhulst και Nijeboer (δωρεάν στα Αγγλικά εδώ

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Χειραγώγηση από την Google

Πώς η Google μπορεί να τροποποιήσει τις εκλογές του 2016 Manipulation by Google


Χειραγώγηση από την Google

Η Google έχει τη δυνατότητα να καθοδηγήσει εκατομμύρια ψήφους υπέρ ενός υποψηφίου, χωρίς κανείς να το καταλάβει, αναφέρει ο δρ. Ψυχολογίας Robert Epstein.

Ο επόμενος πρόεδρος της Αμερικής θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση του όχι μόνο από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις ή ομιλίες, αλλά και από τις μυστικές αποφάσεις της Google, και κανείς, εκτός από μένα και ίσως λίγους ακόμα μυστικούς ερευνητές, δεν θα γνωρίζει πώς επιτεύχθηκε αυτό. Μία έρευνα που διευθύνω τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι η Google Inc. έχει συγκεντρώσει πολύ περισσότερη δύναμη στο να ελέγχει τις εκλογές -στην πραγματικότητα να ελέγχει μια ευρεία ποικιλία απόψεων και πεποιθήσεων– από ό,τι οποιαδήποτε εταιρεία στην ιστορία είχε ποτέ. Ο αλγόριθμος αναζήτησης της Google μπορεί εύκολα να μετατοπίσει τις προτιμήσεις ψήφου των αναποφάσιστων ψηφοφόρων κατά 20 τοις εκατό ή περισσότερο -έως και 80 τοις εκατό σε ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες- χωρις σχεδόν κανείς να μην γνωρίζει ότι χειραγωγούνται, σύμφωνα με πειράματα που διεξήγαγα πρόσφατα με τον Ronald E. Robertson.
Δεδομένου ότι πολλές από τις εκλογές έχουν κερδηθεί με μικρή διαφορά, αυτό δίνει στη Google τη δύναμη, αυτή τη στιγμή, να αναστρέψει πάνω από το 25 τοις εκατό των εθνικών εκλογών σε όλο τον κόσμο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι μισές προεδρικές εκλογές έχουν κερδηθεί με διαφορά μικρότερη του 7,6 τοις εκατό, ενώ οι εκλογές του 2012 κερδήθηκαν με διαφορά μόλις 3,9 τοις εκατό -και εντός του ελέγχου της Google.
Υπάρχουν τουλάχιστον τρία πολύ πραγματικά σενάρια σύμφωνα με τα οποία η Google -ίσως ακόμη και χωρίς τη γνώση των ηγετών της- θα μπορούσε να διαμορφώσει ή ακόμη και να αποφασίσει τις εκλογές του επόμενου έτους. Είτε τα στελέχη της Google το αντιμετωπίζουν με αυτόν τον τρόπο είτε όχι, οι εργαζόμενοι που προσαρμόζουν συνεχώς τους αλγορίθμους αναζήτησης του τεχνολογικού κολοσσού χειρίζονται τους ανθρώπους κάθε λεπτό της κάθε ημέρας. Οι προσαρμογές που κάνουν επηρεάζουν όλο και περισσότερο την σκέψη μας, συμπεριλαμβανομένων, όπως αποδεικνύεται, και των προτιμήσεων της ψήφου μας.
Αυτό που αποκαλούμε στην έρευνά μας Αποτέλεσμα Χειραγώγησης της Μηχανής Αναζήτησης (Search Engine Manipulation Effect -SEME) αποδεικνύεται ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες επιπτώσεις στη συμπεριφορά που έχουν ανακαλυφθεί ποτέ. Η ολοκληρωμένη νέα μελέτη, που μόλις δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (PNAS), περιλαμβάνει τα αποτελέσματα των πέντε πειραμάτων που διεξήχθησαν με περισσότερους από 4.500 συμμετέχοντες σε δύο χώρες. Επειδή το SEME είναι μια σχεδόν αόρατη μορφή κοινωνικής επιρροής, διότι η επίδραση είναι τόσο μεγάλη και επειδή δεν υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις πουθενά στον κόσμο που θα επιτρέψουν στην Google τη χρήση και την κατάχρηση αυτής της τεχνικής, πιστεύουμε ότι το SEME είναι μια σοβαρή απειλή για το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης.
Σύμφωνα με το Google Trends, αυτή τη στιγμή ο Ντόναλντ Τραμπ κατατροπώνει όλους τους άλλους υποψηφίους όσον αφορά την δραστηριότητα αναζήτησης, σε 47 από τις 50 πολιτείες. Θα μπορούσε αυτή η δραστηριότητα να τον ωθήσει υψηλότερα στην κατάταξη αναζήτησης και θα μπορούσε η υψηλότερη βαθμολογία στη σειρά να του φέρει περισσότερη υποστήριξη; Σίγουρα -ανάλογα, δηλαδή, με το πώς οι εργαζόμενοι της Google επιλέγουν να προσαρμόσουν τις αριθμητικές σταθμίσεις στον αλγόριθμο αναζήτησης. Η Google αναγνωρίζει την προσαρμογή του αλγορίθμου 600 φορές το χρόνο, αλλά η διαδικασία είναι μυστική, οπότε το ποιο αποτέλεσμα θα έχει η επιτυχία του Τραμπ στο πώς εμφανίζεται στις αναζητήσεις του Google είναι πιθανώς εκτός ελέγχου του.
Η νέα έρευνα αφήνει ελάχιστες αμφιβολίες για το αν η Google έχει την ικανότητα να ελέγχει τους ψηφοφόρους. Σε εργαστηριακά και online πειράματα που διεξήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήμασταν σε θέση να ενισχύσουμε το ποσοστό των ανθρώπων που ευνοούσε κάθε υποψήφιο μεταξύ 37 και 63 τοις εκατό, μετά από μία μόνο αναζήτηση. Ο αντίκτυπος της προβολής προκατειλημμένης κατάταξης επανειλημμένα σε μια περίοδο εβδομάδων ή μηνών θα ήταν αναμφίβολα μεγαλύτερος.
Στο βασικό μας πείραμα, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε μία από τις τρεις ομάδες στις οποίες η κατάταξη αναζήτησης ευνοούσε είτε τον Υποψήφιο Α, είτε τον Β, είτε κανέναν. Στους συμμετέχοντες δόθηκαν συνοπτικές περιγραφές του κάθε υποψηφίου και στη συνέχεια τους ρώτησαν πόσο τους άρεσε και πόσο αξιόπιστο θεωρούσαν τον κάθε υποψήφιο και ποιον θα ψηφίσουν. Στη συνέχεια, τους δώσαμε έως και 15 λεπτά για τη διεξαγωγή online έρευνας σχετικά με τους υποψηφίους, χρησιμοποιώντας μια μηχανή αναζήτησης σαν την Google που ονομάσαμε Kadoodle.
Κάθε ομάδα είχε πρόσβαση στα ίδια 30 αποτελέσματα αναζήτησης -όλα πραγματικά αποτελέσματα αναζήτησης που συνδέονταν με τις πραγματικές ιστοσελίδες από προηγούμενες εκλογές. Μόνο η σειρά των αποτελεσμάτων διέφερε στις τρεις ομάδες. Οι άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν κλικ ελεύθερα σε οποιοδήποτε αποτέλεσμα ή να μετακινηθούν στις πέντε διαφορετικές σελίδες αποτελεσμάτων, ακριβώς όπως γίνεται και με τη μηχανή αναζήτησης της Google. Όταν οι συμμετέχοντες τελείωσαν την αναζήτηση, τους ρωτήσαμε ξανά τα ερωτήματα αυτά και ιδού: Σε όλα τα μέτρα, οι γνώμες είχαν μετατοπιστεί προς την κατεύθυνση του υποψηφίου που ευνοήθηκε στην κατάταξη. Η εμπιστοσύνη, οι προτιμήσεις και οι προτιμήσεις ψήφου είχαν μετατοπιστεί προβλέψιμα.
Και κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό, δείξαμε επίσης τη στροφή αυτή με πραγματικούς ψηφοφόρους κατά τη διάρκεια μιας πραγματικής προεκλογικής εκστρατείας -σε ένα πείραμα που διεξήχθη με περισσότερους από 2.000 επιλέξιμους, αναποφάσιστους ψηφοφόρους σε ολόκληρη την Ινδία κατά τη διάρκεια των βουλευτικών εκλογών το 2014- τις μεγαλύτερες δημοκρατικές εκλογές στην ιστορία, με περισσότερους από 800 εκατομμύρια ψηφοφόρους και 480 εκατομμύρια ψήφους. Ακόμη και εδώ, που οι πραγματικοί ψηφοφόροι ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με τους υποψηφίους και βομβαρδίζονταν με προεκλογικές εκστρατείες καθημερινά, δείξαμε ότι οι ταξινομήσεις στην αναζήτηση μπορούσαν να αυξήσουν το ποσοστό των ανθρώπων που ευνοούν κάποιον υποψήφιο κατά περισσότερο από 20% και περισσότερο από 60% σε ορισμένες δημογραφικές ομάδες.
Με δεδομένο το πόσο ισχυρή είναι η επίδραση αυτή, είναι πιθανό η Google να αποφάσισε το νικητή των Ινδικών εκλογών. Τα ημερήσια δεδομένα της Google για τις εκλογές που σχετίζονται με τη δραστηριότητα αναζήτησης (τα οποία στη συνέχεια απομακρύνθηκαν από το Διαδίκτυο, αλλά όχι πριν οι συνάδελφοί μου να κατεβάσουν τις σελίδες) έδειξαν ότι ο Ναρέντρα Μόντι, ο τελικός νικητής, κέρδισε τους αντιπάλους του στη δραστηριότητα αναζήτησης περισσότερο από 25 τοις εκατό, επί 61 διαδοχικές ημέρες πριν από την τελική ψηφοφορία. Αυτή η υψηλή ένταση της δραστηριότητας αναζήτησης θα μπορούσε εύκολα να έχει δημιουργηθεί από τις υψηλότερες κατατάξεις στην αναζήτηση για τον Μόντι.
Το επίσημο σχόλιο της Google σχετικά με την έρευνα του SEME είναι πάντα το ίδιο: «Η παροχή σχετικών απαντήσεων αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της προσέγγισης της Google όσον αφορά την αναζήτηση από την αρχή. Αν αλλάζαμε στάση, αυτό θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στα αποτελέσματα και την εταιρία μας». Θα μπορούσε κάποιο σχόλιο να είναι πιο ανούσιο; Πώς το να παρέχουν «τις σχετικές απαντήσεις» σε ερωτήματα σχετικά με τις εκλογές αποκλείει το ενδεχόμενο ευνοϊκής μεταχείρισης ενός υποψηφίου έναντι ενός άλλου στην κατάταξη αναζήτησης; Η δήλωση της Google φαίνεται μάλλον με καλυμμένη άρνηση, ότι προσπαθεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα υπέρ κάποιου. Υπάρχουν τρία αξιόπιστα σενάρια βάσει των οποίων η Google θα μπορούσε εύκολα να αλλάξει τις εκλογές σε όλο τον κόσμο:
Πρώτον, υπάρχει το σενάριο της Western Union: Τα στελέχη της Google αποφασίζουν ποιος είναι ο καλύτερος υποψήφιος για εμάς –και για την εταιρεία φυσικά- και διαμορφώνουν την κατάταξη της αναζήτησης αναλόγως. Υπάρχει προηγούμενο στις Ηνωμένες Πολιτείες για αυτό το είδος των παρασκηνιακών αποφάσεων. Ο Ράδερφορντ Χέιζ, ο 19ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, κέρδισε τη θέση του εν μέρει λόγω της ισχυρής υποστήριξης από τη Western Union. Στα τέλη του 1800, η Western Union είχε το μονοπώλιο στις επικοινωνίες στην Αμερική και λίγο πριν από τις εκλογές του 1876 η εταιρεία έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσει ότι μόνο θετικές ειδήσεις για τον Χέιζ θα εμφανίζονταν σε εφημερίδες, σε εθνικό επίπεδο.
Μοιράστηκε επίσης όλα τα τηλεγραφήματα που απέστειλε το προσωπικό εκστρατείας του αντιπάλου του με το προσωπικό του Χέιζ. Ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να ασκήσεις πολιτική επιρροή στον σημερινό κόσμο της υψηλής τεχνολογίας είναι να δωρίσεις τα χρήματα σε έναν υποψήφιο και, στη συνέχεια, να χρησιμοποιήσεις την τεχνολογία για να βεβαιωθείς ότι αυτός ή αυτή θα κερδίσει. Η τεχνολογία εγγυάται τη νίκη, και η δωρεά εγγυάται την υποταγή, κάτι που η Google έχει σίγουρα αξιοποιήσει τα τελευταία χρόνια με την κυβέρνηση Ομπάμα.

@ Δρ Robert Epstein: ανώτερος επιστημονικός ψυχολόγος στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Behavioral, Έρευνας και Τεχνολογίας / politico.eu

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

Δημοκρατια, ισοτητα και χειραφετηση σε εναν κοσμο που αλλαζει

Θα αρχίσω από τον κόμβο ανάμεσα σε δύο από τις έννοιες που προτάθηκαν προς συζήτηση για το πάνελ μας: την ισότητα και τη χειραφέτηση. Θα παραθέσω εν συντομία τα δύο κύρια σημεία που υποδηλώνονται, για μένα, στην ιδέα της χειραφέτησης.

Το πρώτο είναι ότι η ισότητα δεν είναι κάποιος στόχος στον οποίο πρέπει να φτάσουμε. Δεν πρόκειται για ένα κοινό επίπεδο, ένα ισοδύναμο ποσό πλούτου ή μία ταυτότητα βιοτικών συνθηκών που πρέπει να επιτευχθεί ως συνέπεια της ιστορικής εξέλιξης και της στρατηγικής δράσης. Αντιθέτως, είναι ένα σημείο αφετηρίας. Αυτή η πρώτη αρχή προσδένεται άμεσα με μία δεύτερη: η ισότητα δεν είναι ένα κοινό μέτρο μεταξύ ατόμων, είναι μία ικανότητα μέσω της οποίας τα άτομα δρουν ως οι κάτοχοι της κοινής εξουσίας[1], μίας εξουσίας που ανήκει σε όλους. Αυτή η ικανότητα καθεαυτή δεν είναι ένα δεδομένο του οποίου η κατοχή μπορεί να ελεγχθεί. Θα πρέπει να προϋποτίθεται ως αρχή δράσης αλλά επαληθεύεται μόνο από τη δράση καθεαυτή. Η επαλήθευση δεν συνίσταται στο γεγονός πως η δράση μου παράγει την ισότητα ως αποτέλεσμα. Πραγματώνει την ισότητα ως διαδικασία. Δρω, δρούμε ως εάν όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν την ίδια διανοητική ικανότητα. Χειραφέτηση κατά πρώτον σημαίνει την υποστήριξη της προϋπόθεσης: είμαι ικανός, είμαστε ικανοί να σκεφτούμε και να δράσουμε δίχως αφέντες. Όμως είμαστε ικανοί στο βαθμό που σκεφτόμαστε ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα με την ίδια ικανότητα. Δεύτερον, χειραφέτηση σημαίνει τη διαδικασία μέσω της οποίας επαληθεύουμε αυτή την προϋπόθεση. Η ισότητα δεν είναι δεδομένη, είναι διαδικασιακή[2]. Και δεν είναι ποσοτική, είναι ποιοτική.
Η ιδέα της χειραφέτησης απορρίπτει την αντίθεση, την οποία θέτει η αποκαλούμενη «φιλελεύθερη» παράδοση, ανάμεσα στην ελευθερία, θεωρημένη ως την εσώτερη αυτόνομη εξουσία[3] και αξιοπρέπεια του ατόμου και την ισότητα, θεωρημένη ως τους εξαναγκασμούς που θέτει η συλλογικότητα επί των ατόμων. Το ελεύθερο είναι ακριβώς όπως το ισάξιο: δεν ορίζει μια ιδιότητα των ατόμων. Ορίζει την μορφή της δράσης τους και της σχέσης τους προς τα άλλα άτομα. Η προϋπόθεση της ίσης ικανότητας είναι μία αρχή κοινής ελευθερίας που αντιτίθεται στην προϋπόθεση ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούν να δράσουν λογικά μόνο ως άτομα και να συνεργαστούν λογικά σε μία κοινότητα σύμφωνα με την αρχή της υποταγής.
Η αυτονομία είναι μία έννοια κλειδί στη μοντέρνα χειραφετητική πολιτική. Όμως θα πρέπει να την κατανοήσουμε σωστά. Δεν σημαίνει την αυτόνομη δύναμη ενός υποκειμένου που αντιτίθεται σε εξωτερικές δυνάμεις: σημαίνει μία μορφή της σκέψης, της πράξης και της οργάνωσης απαλλαγμένη από την προϋπόθεση της ανισότητας, απαλλαγμένη από τους ιεραρχικούς περιορισμούς και το ιεραρχικό δόγμα. Σημαίνει την αντιπαράθεση δύο ειδών κοινής λογικής και δύο κοινών κόσμων[4], ένας εκ των οποίων βασίζεται στη διαδικασία επαλήθευσης της ανισότητας ενώ ο άλλος στη διαδικασία επαλήθευσης της ισότητας. Αυτό συνεπάγεται η έννοια της διαφωνίας που πρότεινα για να εννοιοποιήσω την πολιτική σύγκρουση. Η διαφωνία δεν είναι μία σύγκρουση δυνάμεων, ούτε ακόμη και μία σύγκρουση ιδεών και αξιών. Είναι μία σύγκρουση μεταξύ δύο κοινών κόσμων ή δύο κοινών λογικών[5]. Αυτό σημαίνει το σενάριο της απόσχισης των Ρωμαίων πληβείων στον Αβεντίνο λόφο, που τοποθέτησα στο κέντρο της ανάλυσής μου του τι σημαίνει διαφωνία. Στο πλαίσιο της κοινής λογικής η οποία στηρίζει την κυριαρχία των πατρικίων, δεν μπορεί να υπάρξει διάλογος μεταξύ των πατρικίων και των πληβείων, διότι οι πληβείοι δεν μιλούν. Απλώς κάνουν θόρυβο. Η προϋπόθεση της ανισότητας δεν είναι μια απλή ιδέα, ενσαρκώνεται στην απτή πραγματικότητα ενός αισθητού κόσμου έτσι ώστε οι πληβείοι να μην αρκεί απλώς να υποστηρίξουν ότι είναι και αυτοί ομιλούντα όντα, αλλά να πρέπει επίσης να επινοήσουν μία ολόκληρη δραματουργία προκειμένου να δημιουργήσουν τον αισθητό κόσμο όπου το προηγουμένως αδιανόητο -και ακόμη αδιανόητο- γεγονός ότι μιλούν να γίνει καταληπτό.
Αυτή η ιδέα της χειραφέτησης μας κάνει να σκεφτόμαστε την πολιτική με όρους σύγκρουσης κόσμων σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιδέα που την αφομοιώνει σε μία σύγκρουση δυνάμεων. Είναι μία σύγκρουση κοινών κόσμων. Κοινωνική χειραφέτηση δεν είναι η επιλογή της κοινότητας έναντι του ατομικισμού. Η ίδια η αντιπαράθεση της κοινότητας στον ατομικισμό είναι δίχως νόημα. Μία μορφή κοινότητας είναι πάντοτε, την ίδια στιγμή και μία μορφή ατομικότητας. Το ζήτημα δεν είναι η παρουσία ή απουσία κοινωνικών δεσμών, το ζήτημα είναι η φύση τους.
Ο καπιταλισμός δεν είναι η βασιλεία της ατομικότητας: οργανώνει αφ’ εαυτού έναν ίδιο κοινό κόσμο, έναν κοινό κόσμο που βασίζεται στην ανισότητα και διαρκώς την αναπαράγει έτσι ώστε εμφανίζεται ως ο κόσμος -ο πραγματικός, υπαρκτός κόσμος στον οποίο ζούμε, κινούμαστε, αισθανόμαστε, σκεφτόμαστε και δρούμε. Είναι ο ήδη υπαρκτός κόσμος με τους μηχανισμούς και τους θεσμούς του. Μπροστά στα αισθητά τεκμήριά του ο κόσμος της ισότητας μοιάζει σαν ένας πάντοτε ασαφής κόσμος, που πρέπει διαρκώς να επανασχεδιάζεται, να ανασυγκροτείται από μία πολλαπλότητα μοναδικών επινοήσεων από δράσεις, σχέσεις και δίκτυα που έχουν ιδιαίτερες μορφές χρονικότητας και ιδιαίτερους τρόπους αποτελεσματικότητας. Γι’ αυτό η απόσχιση των πληβείων στον Αβεντίνο λόφο είναι παραδειγματική[6]: ο κόσμος της ισότητας είναι ένας «κόσμος υπό κατασκευή», ένας κόσμος που γεννιέται από συγκεκριμένες ρήξεις στην κυρίαρχη κοινή λογική, από διαταραχές της «κανονικής» πορείας του κόσμου. Συνεπάγεται την κατάληψη συγκεκριμένων χώρων, την επινόηση συγκεκριμένων στιγμών όταν το ίδιο το τοπίο του αντιληπτού, του νοητού και του δυνατού αναδιαμορφώνεται ριζοσπαστικά. Η σύγκρουση των κόσμων είναι επί της αρχής της δυσυμμετρική.
Όμως είναι γεγονός ότι αυτή η δυσυμμετρία έχει συγκαλυφθεί για καιρό από το τεκμήριο ενός μέσου όρου που έμοιαζε να είναι κοινός στον κόσμο της ισότητας και στον κόσμο της ανισότητας και ακόμη να προσδιορίζει την ίδια στιγμή έναν κόσμο και μία δύναμη. Αυτός ο όρος ήταν η εργασία -με το δίδυμό της, που αποκαλείται μόχθος[7]. Από τη μία, εργασία ήταν το όνομα της δύναμης που ο καπιταλισμός συγκρότησε και οργάνωσε προς το συμφέρον του και η πραγματικότητα της κατάστασης εκείνων που ο καπιταλισμός εκμεταλλευόταν. Μα, από την άλλη, ήταν η δύναμη που θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί ενάντια σε εκείνη την καπιταλιστική εξουσία, να ανασυγκροτηθεί συνάμα ως μία δύναμη αγώνα στο παρόν και ως η μορφή ζωής του μέλλοντος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο κόσμος του μόχθου παρουσιάστηκε σαν να είναι συνάμα και το προϊόν της ανισότητας και ο παραγωγός της ισότητας. Οι δύο διαδικασίες συμπτύχθηκαν σε μία μοναδική διαδικασία.
Η Μαρξιστική παράδοση έστησε αυτή τη σύζευξη στο πλαίσιο του «προοδευτικού» σεναρίου, σύμφωνα με το οποίο η ανισότητα είναι ένα μέσο, ένα ιστορικό στάδιο που πρέπει να διαβούμε, προκειμένου να παράγουμε την ισότητα. Είχε ειπωθεί πως ο καπιταλισμός παράγει όχι μόνο τις υλικές συνθήκες ενός κόσμου ισότιμης μοιρασιάς του κοινού πλούτου, μα ακόμη και την κοινωνική τάξη που θα τον ανατρέψει και θα οργανώσει τον επερχόμενο κοινό κόσμο. Για να παίξει αυτό το ρόλο, η οργάνωση των εργατών έπρεπε να αναλάβει και να εσωτερικεύσει, πρώτα στο παρόν του αγώνα και ύστερα στο μέλλον της συλλογικής παραγωγής, την αρετή που τους είχε ενσταλαχτεί από τον καπιταλισμό, την αρετή της εργοστασιακής πειθαρχίας.
Η αναρχική παράδοση αντιπαρέθεσε σε αυτή την ιδέα της ανισότητας που παράγει ισότητα μία άλλη άποψη, που δίνει έμφαση στη θέσμιση ελεύθερων εργατικών κολεκτίβων που προεικονίζουν την επερχόμενη κοινότητα διαμέσου τόσο των εξισωτικών μορφών οργάνωσης, όσο και της θέσμισης στο παρόν μορφών συνεργατικής εργασίας και άλλων μορφών ζωής. Όμως αυτή η αντίθετη άποψη πάλι βασιζόταν στην ιδέα του «μέσου όρου»: την ιδέα της εργασίας σαν να ήταν την ίδια στιγμή μια μορφή ζωής, μια συλλογική μορφή αγώνα και η μήτρα ενός επερχόμενου κόσμου. Είναι σαφές ότι η εργασία δεν μπορεί πια να θεωρείται σήμερα σαν η ταυτότητα μιας δύναμης και ενός κόσμου, η ταυτότητα μιας μορφής αγώνα του παρόντος και μιας μορφής ζωής του μέλλοντος. Πολλά έχουν ειπωθεί είτε για το τέλος της εργασίας, είτε για το γεγονός ότι έχει γίνει άυλη. Όμως ο καπιταλισμός δεν έγινε άυλος, ακόμη και αν κομμάτι της παραγωγής του είναι γνώση, επικοινωνία, πληροφορία και ούτω καθεξής. Η υλική παραγωγή δεν εξαφανίστηκε από τον κοινό κόσμο που η ίδια οργανώνει. Αντιθέτως, μετατοπίστηκε, μακριά από τους αρχαίους τόπους της στην Γηραιά Ευρώπη, σε νέους τόπους, όπου η εργατική δύναμη ήταν φθηνότερη και πιο συνηθισμένη στην υπακοή. Και η μη-υλική παραγωγή συνεπάγεται συνάμα και κλασικές μορφές εξαγωγής υπεραξίας από κακοπληρωμένους εργάτες και  μορφές άμισθου μόχθου που παρέχεται από τους ίδιους τους καταναλωτές. Η εργασία δεν εξαφανίστηκε. Αντιθέτως, κατακερματίστηκε, ξεσχίσθηκε, και διασκορπίστηκε σε διάφορα μέρη και διάφορες μορφές ύπαρξης διαχωρισμένες η μία από την άλλη, ώστε να μην συνιστούν πλέον έναν κοινό κόσμο.
Μαζί με την οικονομική διαταραχή ήρθαν οι νομικές μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν σε όλον τον κόσμο προκειμένου να καταστήσουν την εργασία ξανά μια ιδιωτική υπόθεση. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν αφαίρεσαν μόνο τα δικαιώματα και τα κοινωνικά βοηθήματα που είχαν κατακτηθεί από τους αγώνες των εργατών στο παρελθόν, έτειναν επίσης να μετατρέψουν την εργασία, τους μισθούς, τα εργασιακά συμβόλαια και τις συντάξεις σε μία απλή ιδιωτική υπόθεση, που αφορά τους εργάτες έναν έναν ξεχωριστά και όχι πλέον ως συλλογικότητα. Η εργασία δεν έχει εξαφανιστεί αλλά έχει απογυμνωθεί από την εξουσία που την καθιστούσε την υλικά υπαρκτή αρχή ενός νέου κόσμου, ενσαρκωμένου σε μία δεδομένη κοινότητα. Αυτό σημαίνει πως είμαστε τώρα υποχρεωμένοι να σκεφτούμε τη διαδικασία της χειραφέτησης, τη διαδικασία της ισότητας να φτιάχνει τον δικό της κόσμο ως συγκεκριμένη διαδικασία, αποσυνδεδεμένη από τους μετασχηματισμούς της παγκόσμιας οικονομικής διαδικασίας.
Βλέπουμε επίσης τη δυσκολία να αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση. Νομίζω ότι αυτή η νέα κατάσταση και η δυσκολία να την αντιμετωπίσουμε εκφράζεται τέλεια από τα συνθήματα που αντήχησαν σε διάφορες γλώσσες κατά τη διάρκεια των πρόσφατων κινημάτων: “Democracia Real Ya”, “Nuit Debout”, “Occupy Everything”, “Να μην ζήσουμε σαν δούλοι”. Όλα τους έχουν την αποτελεσματικότητά τους σε μία ασαφή διάδραση ανάμεσα στη λογική της σύγκρουσης δυνάμεων και στη λογική της σύγκρουσης κόσμων.
Το «να καταλάβουμε» και η «κατάληψη»[8] είναι τα πιο εύγλωττα παραδείγματα αυτής της ασάφειας. Προέρχονται από την ιστορική παράδοση του αγώνα της εργατικής τάξης. Οι «απεργίες παραμονής στον χώρο»[9] του παρελθόντος, απεργίες κατά τη διάρκεια των οποίων οι εργάτες καταλάμβαναν τον χώρο εργασίας, κατέστησαν τη σύγκρουση δυνάμεων ταυτόσημη με την εκδήλωση της ισότητας. Οι εργάτες, όχι μόνο μπλόκαραν τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης, αλλά επίσης επικύρωσαν μία συλλογική κατοχή του χώρου εργασίας και των εργαλείων της εργασίας και μετέτρεψαν έναν χώρο αφιερωμένο στη δουλειά και την υπακοή σε έναν τόπο ελεύθερης κοινωνικής ζωής. Η νέα «κατάληψη» αναλαμβάνει την αρχή του μετασχηματισμού της λειτουργίας ενός χώρου. Όμως αυτός ο χώρος δεν είναι πλέον ένας εσωτερικός χώρος, ένας χώρος καθορισμένος εντός της διανομής των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Δεν είναι πλέον ένας τόπος απτής σύγκρουσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία.
Καθώς το Κεφάλαιο έχει, ολοένα και περισσότερο, γίνει μία δύναμη εκτόπισης που καταστρέφει τους τόπους όπου θα μπορούσε να στηθεί η σύγκρουση, η κατάληψη τώρα λαμβάνει χώρα στους χώρους που είναι διαθέσιμοι: σε αυτά τα κτίρια που οι απρόβλεπτες εξελίξεις της αγοράς ακινήτων έχουν αφήσει άδεια ή στους δρόμους που κανονικά είναι προορισμένοι για την κυκλοφορία των ατόμων και των προϊόντων -και κάποιες φορές για τις πορείες των διαδηλωτών. Η διαδικασία της κατάληψης μεταμορφώνει αυτούς τους χώρους που ήταν προορισμένοι για την κυκλοφορία των προσώπων, των αγαθών και των αξιών σε τόπους όπου οι άνθρωποι μένουν, και επικυρώνουν, μέσα από το απλό γεγονός της παραμονής τους εκεί, την αντίθεσή τους στις καπιταλιστικές εξουσίες της κυκλοφορίας και της εκτόπισης.
Η λέξη «κατάληψη» παραμένει η ίδια και σημαίνει ακόμη τη διαστρέβλωση της κανονικής χρήσης ενός χώρου όμως η διαδικασία του καταλαμβάνειν δεν πρόκειται πια για μία σύγκρουση δυνάμεων για την κατοχή ενός στρατηγικού τόπου στη διαδικασία της οικονομικής και κοινωνικής αναπαραγωγής. Έχει μετατραπεί σε μία σύγκρουση κόσμων, μία μορφή συμβολικής απόσχισης που υλοποιείται και συμβολίζεται σε έναν τόπο παραπέρα. Το κίνημα Occupy Wall St. έλαβε χώρα σε ένα πάρκο που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το κέντρο αυτής της χρηματοοικονομικής εξουσίας που κατέστρεψε τα εργοστάσια τα οποία ήταν προηγουμένως οι τόποι των κινημάτων κατάληψης. Το ισπανικό κίνημα των Indignados δημιούργησε, κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής καμπάνιας, συνελεύσεις που αυτοπαρουσιάστηκαν ως η έδρα της «πραγματικής δημοκρατίας τώρα». Η πραγματική δημοκρατία τέθηκε απέναντι στην αυτο-αναπαραγωγή της κάστας των αντιπροσώπων. Όμως η «πραγματική δημοκρατία» σήμαινε επίσης, στη Μαρξιστική παράδοση, το μέλλον της υλικής ισότητας που αντιπαρατέθηκε στην αστική «τυπική δημοκρατία». Ήταν ένα μέλλον που υποσχέθηκαν ως το αποτέλεσμα της κατάληψης της εξουσίας του Κράτους και της συλλογικής οργάνωσης της παραγωγής. Τώρα, προσδιορίζει μία μορφή σχέσης μεταξύ των ανθρώπινων όντων που θα πρέπει να ασκείται στο παρόν τόσο ενάντια, όσο και εκτός από το ιεραρχικό σύστημα αντιπροσώπευσης. Η πραγματική δημοκρατία, κατά μία έννοια, έγινε πιο τυπική από ό,τι η «τυπική δημοκρατία» που στιγματίστηκε από τη Μαρξιστική παράδοση. Όχι μόνο εξίσωσε την πραγμάτωση της ισότητας με τη μορφή της συνέλευσης όπου όλα τα άτομα έχουν ίσο δικαίωμα, αλλά επίσης επέβαλλε έναν αριθμό κανονισμών, όπως την ισότητα του χρόνου που δινόταν σε όλους τους ομιλητές και τη δύναμη των ατόμων να μπλοκάρουν την απόφαση της πλειοψηφίας.
Η κατάληψη έχει γίνει το όνομα μιας απόσχισης. Όμως αυτή η απόσχιση δεν είναι πλέον η δράση μιας συγκεκριμένης κοινότητας που διεκδικεί τα δικαιώματά της. Αντιθέτως, φαίνεται να είναι η υλοποίηση μιας βλέψης προς το κοινό[10], σαν το κοινό να είναι κάτι που χάθηκε, κάτι που θα έπρεπε να ανασυγκροτηθεί μέσω της συγκεκριμένης πράξης της συγκέντρωσης μίας πολλαπλότητας ανώνυμων ατόμων που επιτελούν το «είμαστε ίσοι» ως το ίδιο με το «είμαστε από κοινού»[11]. Γι’ αυτόν τον λόγο αυτή η απόσχιση, αυτό το είναι-παραπέρα[12], εκφράστηκε με παράδοξους όρους, και ιδιαιτέρως με το παράξενο σύνθημα που υιοθετήθηκε από πολλές συνελεύσεις σαν επιβεβαίωση της πραγματικής δημοκρατίας: «Ομοφωνία[13] αντί για ηγέτες». Μοιάζει παράδοξο να τίθεται η ομοφωνία σαν η ιδιαίτερη αρετή της διαφωνούσας συνέλευσης που συγκαλείται σε κατειλημμένους χώρους. Θα μπορούσε να αντιταχθεί η άποψη πως η διαφωνία[14] συνίσταται ακριβώς στη θέσμιση μιας άλλης μορφής κοινότητας που βασίζεται στην οριζοντιότητα και τη συμμετοχή. Όμως το πρόβλημα της δημοκρατίας δεν αφορά τόσο τον αριθμό των ανθρώπων που μπορούν να συμφωνήσουν στο ίδιο σημείο, όσο αφορά την ικανότητα να επινοούμε νέες μορφές συλλογικής πραγμάτωσης της ικανότητας του καθενός.
Με το να υπογραμμίζω αυτό το παράδοξο, δεν θέλω να υποτιμήσω αυτά τα κινήματα. Κάποιοι άνθρωποι αντέταξαν στον πασιφισμό των συνελεύσεων την ανάγκη της άμεσης δράσης που να αντιτίθεται μετωπικά στον εχθρό. Όμως η «σύγκρουση με τον εχθρό καθεαυτό» μπορεί να νοηθεί και να ασκηθεί με διαφορετικούς τρόπους και οι περισσότερες μορφές άμεσης δράσης που αντιπαρατέθηκαν στις ειρηνικές συνελεύσεις -για παράδειγμα οι καταστροφές σε ΑΤΜ, τζαμαρίες μαγαζιών και δημόσια γραφεία- είχαν τον ίδιο χαρακτήρα με αυτές: ήταν επίσης συμβολικές εκφράσεις μιας σύγκρουσης κόσμων, παρά στρατηγικές δράσεις σε έναν αγώνα για εξουσία. Άλλοι άνθρωποι κατέκριναν αυτή την έλλειψη στρατηγικής· είπαν ότι αυτά τα κινήματα δεν μπορούσαν να αλλάξουν τίποτε στην καπιταλιστική κυριαρχία και έκαναν νέες εκκλήσεις για την οικοδόμηση οργανώσεων πρωτοπορίας με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας.  Όμως μια τέτοια απάντηση είναι ανίκανη να επιλύσει τα παράδοξα της χειραφέτησης. Η στρατηγική θέαση του κόσμου που την τροφοδοτεί είναι μια άποψη της ανισότητας ως παραγωγό της ισότητας. Αυτή η στρατηγική εφαρμόστηκε από τα κομμουνιστικά κόμματα και τα σοσιαλιστικά κράτη του 20ου αιώνα και όλοι γνωρίζουμε τα αποτελέσματά τους. Η ανισότητα παράγει μόνο ανισότητα και το κάνει αδιάκοπα. Επιπλέον, αυτή η στρατηγική άποψη έχει χάσει τη βάση όπου στηριζόταν, δηλαδή την πραγματικότητα της εργασίας/μόχθου ως έναν κοινό κόσμο.
Τώρα αντιμετωπίζουμε ξανά τη δυσσυμμετρία ανάμεσα στη διαδικασία της ισότητας και τη διαδικασία της ανισότητας. Η ισότητα δεν δημιουργεί κόσμους με τον ίδιο τρόπο με την ανισότητα. Δουλεύει, ως έχει, στα διαλείμματα του κυρίαρχου κόσμου, επικαλύπτοντας τον «κανονικό» -εννοώντας τον κυρίαρχο- ιεραρχικό τρόπο της δημιουργίας κόσμων. Και μία από τις κύριες όψεις της δυσσυμμετρίας είναι ακριβώς το γεγονός ότι η διαδικασία της ισότητας απορρίπτει τον ίδιο τον διαχωρισμό μέσων και σκοπών ο οποίος χαρακτηρίζει τη στρατηγική της παραγωγής της ισότητας μέσω της ανισότητας. Αυτό σημαίνει, τελικά, ελευθερία.
Η ελευθερία δεν είναι ζήτημα μιας επιλογής που κάνουν τα άτομα. Είναι ένα τρόπος πράξης. Μια ελεύθερη δράση ή μια ελεύθερη σχέση είναι μία δράση ή μία σχέση που βρίσκει το επίτευγμά της στον εαυτό της, στην επαλήθευση μιας ικανότητας και όχι πλέον σε ένα εξωτερικό αποτέλεσμα. Στις ιεραρχικές κοινωνίες του παρελθόντος αποτελούσε το προνόμιο μιας ολιγομελούς κατηγορίας ανθρώπινων όντων, που αποκαλούνταν οι «ενεργοί άνδρες» σε αντίθεση προς όλους αυτούς που υπόκειντο στη βασιλεία της ανάγκης. Στους μοντέρνους καιρούς, η ελευθερία εκδημοκρατίστηκε πρώτα στο πεδίο της αισθητικής με την Καντιανή και Σιλλεριανή κατηγορία του ελεύθερου παιχνιδιού σαν αυτοσκοπού και δυνητικότητας που ανήκει στον καθένα. Έπειτα ο νεαρός Μαρξ προχώρησε περισσότερο καθώς την έθεσε [την ελευθερία] ως τον ίδιο τον ορισμό του κομμουνισμού, τον οποίο εξίσωσε με το τέλος του καταμερισμού της εργασίας: κομμουνισμός, γράφει στα Χειρόγραφα του ‘44, σημαίνει ο εξανθρωπισμός των ανθρώπινων αισθήσεων· είναι η κατάσταση πραγμάτων στην οποία η ικανότητα του εξανθρωπισμού ασκείται δι’ εαυτή, αντί να χρησιμοποιείται ως ένα απλό μέσο για την επιβίωση. Και το απεικόνισε με την περίπτωση εκείνων των κομμουνιστών εργατών στο Παρίσι που συγκεντρώνονταν, σε πρώτο επίπεδο για να συζητήσουν τα κοινά τους συμφέροντα, αλλά το έκαναν σε μεγαλύτερο βάθος, για να απολαύσουν την καινούργια κοινωνική τους ικανότητα ως τέτοια.
Είναι αλήθεια ότι η ανάλυση του Μαρξ βασίστηκε στην ταυτοποίηση της εργασίας ως της θεμελιώδους ανθρώπινης ικανότητας. Όταν η εργασία δεν μπορεί πλέον να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο, η αποστολή της δημιουργίας ενός κόσμου όπου πλέον οι σκοποί της δράσης δεν διαχωρίζονται από τα μέσα της μπορεί να φαίνεται ακόμη πιο παράδοξη καθεαυτή. Η ελεύθερη και ισότιμη κοινότητα είναι κάτι που δεν μπορεί πλέον να βασιστεί σε ένα δεδομένο εμπειρικό υπόβαθρο. Θα πρέπει να δημιουργηθεί ως αντικείμενο μιας βούλησης. Όμως, από την άλλη, αυτή η βούληση δεν μπορεί πλέον να τίθεται υπό τους όρους της σχέσης των μέσων και των σκοπών. Γι’ αυτό τείνει να γίνει μία παγκόσμια επιθυμία για μία άλλη μορφή ανθρώπινων σχέσεων.
Αυτή η στροφή απεικονίστηκε καλύτερα στο κίνημα Occupy Wall Street, από τις πολλαπλές επεκτάσεις του ρήματος «occupy» (να κάνουμε κατάληψη), που το ανέδειξαν σε σηματοδότη μιας παγκόσμιας μετατροπής προς έναν άλλο τρόπο κατοίκησης του κόσμου: «occupy language» (να κάνουμε κατάληψη στη γλώσσα), «occupy imagination» (να κάνουμε κατάληψη στη φαντασία), «occupy love» (να κάνουμε κατάληψη στον έρωτα) και, εντέλει, «Occupy everything» (να κάνουμε κατάληψη σε όλα), που φαίνεται να σημαίνει: να αλλάξουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πάντα και όλες τις υπαρκτές μορφές κοινωνικών σχέσεων. Ίσως η καλύτερη μετάφραση αυτού του αινιγματικού συνθήματος να είναι το ελληνικό σύνθημα: «Να μην ζήσουμε σαν δούλοι». Αυτή η πρόταση δεν προσκαλούσε μόνο να εξεγερθούμε ενάντια στην εντατικοποίηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Προσκαλούσε να επινοήσουμε εδώ και τώρα τρόπους δράσης, τρόπους σκέψης και μορφές ζωής που αντιτίθενται σε αυτές που διαρκώς παράγονται και αναπαράγονται από τη λογική της ανισότητας, τη λογική της καπιταλιστικής και κρατικής κυριαρχίας.
Νομίζω ότι αυτή η έκκληση βρήκε ανταπόκριση στην επινόηση μιας μορφής που ονομάζεται «ελεύθερος κοινωνικός χώρος» -μία μορφή που έλαβε μία ιδιαίτερη πειστικότητα στα κοινωνικά κινήματα αυτής της χώρας[15]. Κατά την άποψή μου, αυτό που κάνει αυτή την έννοια σημαντική είναι ότι αμφισβητεί τις παραδοσιακές αντιθέσεις ανάμεσα στις ανάγκες του παρόντος και τις ουτοπίες του μέλλοντος ή ανάμεσα στη σκληρή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα και την «πολυτέλεια» της «τυπικής» δημοκρατίας. Οι άνθρωποι που άνοιξαν τέτοιους χώρους έκαναν σαφές το ότι δεν ζήτησαν απλώς να απαντήσουν σε καταστάσεις ανάγκης, ανέχειας και άγχους που δημιουργούνται από την εντατικοποίηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δεν θέλησαν μόνο να δώσουν στέγη, τροφή, υγεία, παιδεία ή τέχνη σε όσους στερούνταν αυτά τα αγαθά, αλλά να δημιουργήσουν νέους τρόπους ύπαρξης, σκέψης και πράξης από κοινού.
Μπορούμε να βγάλουμε από αυτό έναν πλατύτερο ορισμό αυτής της μορφής: ένας ελεύθερος κοινωνικός χώρος είναι ένας χώρος όπου ο ίδιος ο διαχωρισμός σε σφαίρες δραστηριότητας -υλική παραγωγή, οικονομική συναλλαγή, κοινωνική πρόνοια, διανοητική παραγωγή και ανταλλαγή, καλλιτεχνική παράσταση, πολιτική δράση κτλ.- αμφισβητείται. Είναι ένας χώρος όπου συνελεύσεις μπορούν να εξασκήσουν μορφές άμεσης δημοκρατίας που σκοπεύουν όχι μόνο να δώσουν ίσο δικαίωμα λόγου στον καθένα, αλλά να λάβουν συλλογικές αποφάσεις για απτά ζητήματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μια μορφή πολιτικής δράσης τείνει την ίδια στιγμή να είναι το κύτταρο μιας άλλης μορφής ζωής. Δεν είναι πλέον ένα εργαλείο για την προετοιμασία μιας μελλοντικής χειραφέτησης, αλλά μια διαδικασία επινόησης μορφών ζωής και τρόπων σκέψης στις οποίες η ισότητα προάγει την ισότητα.
Αυτό που μας ζητά αυτή η πρόταση να κάνουμε είναι να αλλάξουμε όλες τις μορφές οργάνωσης της ζωής και τους τρόπους σκέψης που καθορίζονται από τη λογική της ανισότητας, τη λογική της καπιταλιστικής και κρατικής κυριαρχίας.
Φυσικά, γνωρίζουμε ότι αυτά τα κύτταρα μιας νέας κοινωνικής ζωής υπόκεινται διαρκώς σε εσωτερικά προβλήματα και εξωτερικές απειλές. Αυτό το «ήδη παρόν μέλλον» είναι πάντοτε μεμιάς ένα επισφαλές παρόν. Όμως δεν έχει νόημα, νομίζω, να εντοπίσουμε εκεί την απόδειξη ότι όλα είναι μάταια, όσο μια παγκόσμια επανάσταση δεν «πήρε» την εξουσία και δεν κατέστρεψε το καπιταλιστικό φρούριο. Αυτό το είδος κρίσης είναι ένας τρόπος να εισάγουμε το φρούριο στο μυαλό μας, να θεσμίσουμε έναν κύκλο αδυνατότητας, διακηρύσσοντας πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξουν όλα.
Η χειραφέτηση υπήρξε πάντοτε ένας τρόπος επινόησης, μέσα στην «κανονική» ροή του χρόνου, ενός άλλου χρόνου, ενός άλλου τρόπου να κατοικούμε από κοινού τον αισθητό κόσμο. Υπήρξε πάντοτε ένας τρόπος ζωής στο παρόν σε έναν άλλο κόσμο, αντί να αναβάλλουμε τη δυνατότητά του. Η χειραφέτηση προετοιμάζει το μέλλον μονάχα στον βαθμό που ανοίγει στο παρόν ρήγματα που είναι επίσης και αυλάκια. Το κάνει αυτό εντείνοντας την εμπειρία άλλων μορφών ύπαρξης, ζωής, δράσης και σκέψης. Οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι που δημιουργήθηκαν από τα πρόσφατα κινήματα κληρονομούν τις μορφές ζωής -τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς και τις μορφές λαϊκής εκπαίδευσης- που δημιουργήθηκαν από τα εργατικά κινήματα του παρελθόντος και ιδιαίτερα τα αναρχικά κινήματα. Όμως το παρόν μας δεν μπορεί πλέον να κρατήσει την πίστη που συντηρούσε τις μορφές αυτό-οργάνωσης του παρελθόντος. Δεν μπορεί να βασιστεί πλέον στην προϋπόθεση ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί τις συνθήκες της ίδιας του της καταστροφής και ότι η εργασία συγκροτεί έναν οργανικό κόσμο του μέλλοντος που κυοφορείται ήδη στην κοιλιά του παλιού κόσμου.
Περισσότερο από ποτέ ο κόσμος της ισότητας δείχνει να είναι το, πάντοτε υπό όρους, παράγωγο συγκεκριμένων επινοήσεων. Το παρόν μας μας ωθεί να ανακαλύψουμε ξανά ότι η ιστορία της ισότητας είναι μια αυτόνομη ιστορία. Δεν είναι η εξέλιξη στρατηγικών που βασίζονται στους τεχνολογικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς. Είναι ένας αστερισμός στιγμών -κάποιες ημέρες, κάποιες εβδομάδες, κάποια χρόνια που δημιουργούν συγκεκριμένες χρονικές δυναμικές, προικισμένες με περισσότερη ή λιγότερη ένταση και διάρκεια. Το παρελθόν δεν μας άφησε κανένα μάθημα, μόνο στιγμές που πρέπει να διευρύνουμε και να παρατείνουμε όσο μακρύτερα μπορούμε.
 Ζακ Ρανσιέρ
Μετάφραση: Αλέξανδρος Σχισμένος
http://www.babylonia.gr/2017/06/11/zak-ransier-dimokratia-isotita-kai-cheirafetisi-se-enan-kosmo-pou-allazei/


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Σ.τ.μ. Μεταφράζουμε ως ‘εξουσία’ την λέξη power, που θα πρέπει να τονίσουμε ότι αναφέρεται στην εξουσία ως δύναμη μεταβολής, και όχι στην εξουσία ως αυθεντία κυριαρχίας, όπως εκφράζει η έτερη λέξη authority.
[2] Σ.τ.μ Όχι διαδικαστική, κανονιστική αλλά δυναμική διαδικασία και στοιχείο μιας δυναμικής διαδικασίας.
[3] Σ.τ.μ. Όπως και παραπάνω, μεταφράζουμε τη λέξη power.
[4] Σ.τ.μ. Common worlds. Κοινών, όχι μεταξύ τους, αλλά κόσμων που συγκροτούν κοινότητες νοήματος.
[5] Σ.τ.μ. Commonsenses. Ως νοοτροπίες και κοσμοθεωρίες, έννοια ισοδύναμη με τις κοινότητες νοήματος που συγκροτούν common worlds.
[6] Σ.τ.μ. Paradigmatic. Όχι μόνο ως παράδειγμα αλλά και με την θεμελιώδη σημασία ότι θέτει ένα παράδειγμα, έναν τρόπο σκέψης και δράσης.
[7] Σ.τ.μ. Ως εργασία, με την έννοια της παραγωγής έργου, αποδίδουμε τη λέξη work, ενώ με την λέξη μόχθο, τη λέξη labour, που δηλώνει επίσης τη μισθωτή εργασία.
[8] Σ.τ.μ. Στο κείμενο, οι λέξεις Occupy και occupation. Η πρώτη είναι ρήμα και η δεύτερη ουσιαστικό. Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε ότι στην αγγλική, πέραν της ερμηνείας ως ‘κατάληψη’, οι λέξεις φέρουν και την επιπλέον ερμηνεία της ‘απασχόλησης’ ή του ‘επαγγέλματος’ (occupation) με την έννοια της ενασχόλησης. Ο αναγνώστης ας έχει κατά νου πως εδώ η ‘κατάληψη’ εμπεριέχει και τη σημασία της ενασχόλησης με τον κατειλημμένο χώρο ή χρόνο.
[9] Σ.τ.μ. Sit-in strikes.
[10] Σ.τ.μ. Common, όπως λέμε κοινά αγαθά (commons).
[11] Σ.τ.μ. Being equal- Being in common.
[12] Σ.τ.μ. Being-aside.
[13] Σ.τ.μ. Consensus, που μεταφράζεται και ως ‘συναίνεση’ η οποία ωστόσο έχει καταλήξει να σημαίνει τη συναίνεση στις επιταγές της κεντρικής εξουσίας.
[14] Σ.τ.μ. Dissensus.
[15] Σ.τ.μ. Εννοεί την Ελλάδα.
*Το παρόν κείμενο αποτελεί την ομιλία του Ζακ Ρανσιέρ στο Διεθνές Αντιεξουσιαστικό Φεστιβάλ του Περιοδικού Βαβυλωνία “B-FEST” που έλαβε χώρα στις 27/05/17 με τίτλο «Δημοκρατία, Ισότητα και Χειραφέτηση σε έναν Κόσμο που Αλλάζει». Η αγγλική του εκδοχή εδώ.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΧΡΗΜΑ VOLLGELD

Η ελβετική πρωτοβουλία



Συνεχίζοντας, η «πρωτοβουλία για την υιοθέτηση του πλήρους χρήματος» στην Ελβετία (Vollgeld-Initiative), μία οργάνωση δηλαδή που ασχολείται ενεργά με το θέμα, συγκεντρώνοντας υπογραφές Πολιτών, απαιτεί το μονεταριστικό εκσυγχρονισμό της χώρας, έτσι ώστε να πάψουν να υπάρχουν οικονομικές κρίσεις  – τοποθετούμενη στα εξής τρία κεντρικά σημεία:
(α)  Η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (SNBανήκει πλειοψηφικά κατά 52% στα καντόνια και στις τράπεζες τους, ενώ είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο – πηγή) οφείλει να έχει το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης χρημάτων – είτε σε φυσική, είτε σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ιδιωτικές (εμπορικές τράπεζες) δεν πρέπει να δημιουργούν χρήματα από το πουθενά, δανείζοντας μόνο τις καταθέσεις των πελατών τους.
(β)  Η έκδοση χρημάτων πρέπει να πάψει να είναι συνδεδεμένη με το χρέος της οικονομίας και της κοινωνίας.
(γ)  Τα κέρδη από την έκδοση χρημάτων πρέπει να οδηγούνται στα κρατικά ταμεία –  έτσι ώστε να «ανακουφίζουν» τον προϋπολογισμό και να ωφελούν το κοινωνικό σύνολο.
Κατά την ελβετική πρωτοβουλία και τα τρία παραπάνω στοιχεία είναι «ιστορικά ριζωμένα» στη χώρα, ενώ το φράγκο ήταν ουσιαστικά «κατασκευασμένο» για πάρα πολλά χρόνια, είχε σχεδιαστεί από την αρχή δηλαδή ως πλήρες χρήμα – οπότε πρέπει να επανέλθει στη συγκεκριμένη του μορφή.
Δημιουργήθηκε το 1848 με τη μορφή του ασημένιου νομίσματος, όταν στην καινούργια τότε ιδρυθείσα ομοσπονδιακή δημοκρατία, δόθηκε από το σύνταγμα το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης του. Η ομοσπονδία παρακολουθούσε, επόπτευε καλύτερα την εκτύπωση των νομισμάτων, καθορίζοντας το περιεχόμενο τους σε ασήμι. Το ασημένιο φράγκο ήταν ένα ασφαλές και χωρίς χρέη νόμισμα, η αξία του οποίου αντιπροσώπευε το περιεχόμενο του στο ευγενές μέταλλο.

Ιστορική αναδρομή   

Το επόμενο κεφάλαιο στην ιστορία του ελβετικού φράγκου ξεκίνησε με τη χρήση των χαρτονομισμάτων, ως μέσο συναλλαγής – η οποία αναπτύχθηκε ραγδαία, στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Κάθε τράπεζα τότε μπορούσε να τυπώνει μόνη της χαρτονομίσματα, τα οποία είχαν ως αντίκρισμα το ασημένιο φράγκο – ανταλλασσόταν δηλαδή με αυτό, αποτελώντας από νομικής πλευράς ένα υποκατάστατο των χρημάτων.
Εν τούτοις πολλές τράπεζες δεν ήταν πρόθυμες να ρευστοποιήσουν τα χαρτονομίσματα άλλων τραπεζών – ή απαιτούσαν μία σημαντικά ακριβότερη τιμή. Ορισμένες δε αδυνατούσαν να ανταλλάξουν τα χαρτονομίσματα των πελατών τους με ασημένια φράγκα, επειδή είχαν εκδώσει πολύ περισσότερα, από όσα αντιστοιχούσαν στα αποθέματα τους.
Για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα η Ελβετία, σε μία αναθεώρηση του συντάγματος της το 1874, καθόρισε νομικά τις προϋποθέσεις της έκδοσης, της κάλυψης, καθώς επίσης της ανταλλαγής των χαρτονομισμάτων – κάτι που αποδείχθηκε ανεπαρκές, αφού τα μειονεκτήματα της ύπαρξης πολλών κεντρικών τραπεζών (με την έννοια της έκδοσης χάρτινων νομισμάτων), παρέμειναν ως είχαν. Έτσι, τοποθετήθηκε ως στόχος μία θεμελιώδης νομισματική μεταρρύθμιση, μέσω της οποίας το κράτος θα είχε το μονοπώλιο της έκδοσης χαρτονομισμάτων.
Το κοινοβούλιο λοιπόν, με μία επίσημη τοποθέτηση του στις 30 Δεκεμβρίου του 1890, υποστήριξε πως η ύπαρξη πολλών εκδοτριών τραπεζών οδηγεί σε έντονες χρηματοπιστωτικές κρίσεις – επειδή η εμπιστοσύνη στη φερεγγυότητα της κάθε μίας είναι εύκολο να χαθεί, λόγω των πολλών υποκαταστημάτων και των πάσης φύσεως υποχρεώσεων τους, με αποτέλεσμα τυχόν απώλεια της εμπιστοσύνης σε κάποια, να προκαλεί μία ανάλογη απώλεια σε όλες τις υπόλοιπες.
Επομένως, για να εξασφαλισθεί η απαιτούμενη εμπιστοσύνη, οπότε η χωρίς προβλήματα κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων, θα έπρεπε να υπάρχει μόνο μία τράπεζα – η οποία θα εξέδιδε κατ’ αποκλειστικότητα χαρτονομίσματα, εξυπηρετώντας το κοινωνικό σύνολο. Το βασικό αντικείμενο δε αυτής της «κεντρικής τράπεζας», η οποία θα έπρεπε να είναι ισχυρή, χωρίς να κινδυνεύει από τον υστερόβουλο και μικροαστικό ανταγωνισμό των υπολοίπων, θα ήταν η συνεχής επαφή της με το σύνολο των τραπεζών της χώρας.
Η παραπάνω τοποθέτηση του ελβετικού κοινοβουλίου, οδήγησε στο να δοθεί στο κράτος το μονοπώλιο της έκδοσης χαρτονομισμάτων – μέσω της ψήφισης ενός νόμου από τους Πολίτες της άμεσης δημοκρατίας (18.10.91). Μέχρι να λειτουργήσει όμως η κεντρική τράπεζα (SNB), καθώς επίσης να ασκήσει το μονοπωλιακό δικαίωμα της έκδοσης χαρτονομισμάτων, πέρασαν αρκετά χρόνια.
Ολοκληρώνοντας, το άρθρο του ελβετικού συντάγματος από το 1891 που αφορά το μονοπώλιο του κράτους στην έκδοση χαρτονομισμάτων αρχίζει ως εξής: «Το δικαίωμα στην έκδοση χαρτονομισμάτων, καθώς επίσης άλλων παρόμοιων χρημάτων, αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του κράτους«. Επειδή τώρα η προσθήκη «άλλων παρόμοιων χρημάτων» αφαιρέθηκε από την αναθεώρηση του 1999 που αφορά τη νομισματική πολιτική, η «Πρωτοβουλία του Πλήρους Χρήματος» απαιτεί να γραφτεί ξανά στο σύνταγμα – κάτι που θα εξηγηθεί στη συνέχεια.

Το κρατικό μονοπώλιο της δημιουργίας χρήματος

Η Ελβετία, από το 1891 έως το 1999 είχε ως κράτος, με βάση το σύνταγμα της, το ολοκληρωτικό μονοπώλιο της δημιουργίας χρημάτων – τόσο όσον αφορά τα μετρητά (μεταλλικά και χάρτινα νομίσματα), όσο και τα «άλλα παρόμοια χρήματα», όπως τα ηλεκτρονικά. Το μονοπώλιο όμως αυτό ήταν μόνο στα χαρτιά – αφού στην πράξη οι τράπεζες δεν το σεβόντουσαν, όταν ξεκίνησαν τις συναλλαγές χωρίς μετρητά, εκδίδοντας ηλεκτρονικά χρήματα.
Έκτοτε η έκδοση ηλεκτρονικών λογιστικών χρημάτων εκ μέρους των ιδιωτικών τραπεζών αυξήθηκε κατακόρυφα– ενώ μετά το 1999 η διαδικασία επιταχύνθηκε, όπως συμπεραίνεται μεταξύ άλλων από την αύξηση των τραπεζικών ισολογισμών (γράφημα).
ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελβετία-ισολογισμός-τραπεζών
Σήμερα, τα ηλεκτρονικά χρήματα έχουν μερίδιο της τάξης του 90% των συνολικών χρημάτων που κυκλοφορούν στην Ελβετία – ενώ όλοι οι λογαριασμοί καταθέσεων αποτελούνται κυρίως από αυτού του είδους τα λογιστικά χρήματα, τα οποία εκδίδονται από τις ιδιωτικές τράπεζες.
Το κράτος αποδεχόταν σιωπηρά, έδειχνε ανοχή δηλαδή για πάρα πολλά χρόνια, όσον αφορά τη συγκεκριμένη λειτουργία των τραπεζών, η οποία δεν ήταν «συμβατή» με τις επιταγές του συντάγματος – ενώ με την αναθεώρηση του 1999 το σύνταγμα προσαρμόσθηκε στην πράξη, αντί να συμβεί το αντίθετο, χωρίς να γίνει θέμα δημόσια η δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, εκ μέρους των ιδιωτικών τραπεζών.
Το τέλος του κρατικού μονοπωλίου λοιπόν, όσον αφορά την έκδοση χρημάτων, έλαβε χώρα εν αγνοία ουσιαστικά των Πολιτών της Ελβετίας – παρά το ότι το ομοσπονδιακό συμβούλιο τόνισε πως, όσον αφορά τις τραπεζικές καταθέσεις, δεν πρόκειται για πραγματικά χρήματα, αιτιολογώντας την τοποθέτηση του ως εξής:
«Τα χρήματα αυτά, λόγω της διαφορετικής πιστοληπτικής αξιολόγησης των εκάστοτε τραπεζών, δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά – ενώ τους λείπει η τυποποίηση, καθώς επίσης η ευκολία ανταλλαγής, την οποία απολαμβάνουν τα μετρητά χρήματα«.
Ισχύει βέβαια το ότι οι τραπεζικές καταθέσεις, όπως προηγουμένως τα χαρτονομίσματα (τα οποία πλέον προσπαθούν όλες οι τράπεζες να τα καταργήσουν, επιβάλλοντας στα κράτη μέσω των πολιτικών τις θέσεις τους), είναι από νομικής άποψης υποκατάστατο των πραγματικών χρημάτων.
Εν τούτοις, όπως αποδείχθηκε από την τραγωδία της Κύπρου (την οποία απέφυγε η Ελβετία διασώζοντας το 2008 την UBS), οι τραπεζικές καταθέσεις, στην περίπτωση της χρεοκοπίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν έχουν σε καμία περίπτωση την ίδια αξία με τα μετρητά χρήματα – πόσο μάλλον όταν πλέον οι πελάτες των τραπεζών επιβαρύνονται με την παρακολούθηση της οικονομικής τους κατάστασης, μη έχοντας παράλληλα τις απαιτούμενες γνώσεις και πληροφορίες.

Η ανάγκη ριζικής αλλαγής

Με κριτήριο τα παραπάνω η «Πρωτοβουλία του Πλήρους Χρήματος» επιδιώκει αφενός μεν τη θεσμική κατοχύρωση του ηλεκτρονικού λογιστικού χρήματος των τραπεζών, αφετέρου την υπαγωγή του στο κρατικό μονοπώλιο – ισχυριζόμενη πολύ σωστά ότι, τα προβλήματα και οι κίνδυνοι της έκδοσης υποκατάστατων ηλεκτρονικών χρημάτων από τις ιδιωτικές τράπεζες είναι ανάλογα με το παρελθόν, όπου οι τράπεζες εξέδιδαν μόνες τους τα χαρτονομίσματα.
Επομένως, ισχύουν τα ίδια επιχειρήματα, με βάση τα οποία οι Ελβετοί ψήφισαν το 1891 τη δημιουργία ενός κρατικού μονοπωλίου, όσον αφορά την έκδοση χαρτονομισμάτων – οπότε η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να ανακτήσει το μονοπώλιο της δημιουργίας χρημάτων, επίσης σε ηλεκτρονική μορφή, με την ταυτόχρονη απαγόρευση να δημιουργούν λογιστικά χρήματα οι ιδιωτικές τράπεζες.
Ο στόχος αυτής της διαδικασίας είναι επίσης ο ίδιος με τότε: Η σταθερότητα του συστήματος των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, η ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων των Πολιτών, καθώς επίσης μία επαρκής προσφορά χρήματος στην οικονομία – έτσι ώστε να επιτυγχάνεται μία προνοητική, ελεγχόμενη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη νομισματική πολιτική.
Η «Πρωτοβουλία του Πλήρους Χρήματος» επιδιώκει επίσης να είναι τόσο τα μετρητά χρήματα, όσο και τα ηλεκτρονικά ελεύθερα χρεών, όπως στο παρελθόν τα ασημένια φράγκα – όχι όπως τα σημερινά, τα οποία επιβαρύνονται ουσιαστικά με τα χρέη της εκάστοτε οικονομίας. Αυτό δεν σημαίνει πως χρειάζονται ξανά μεταλλικά νομίσματα, αφού τα χρήματα είναι καλυμμένα από το ΑΕΠ της χώρας – από όλα αυτά δηλαδή, τα οποία μπορεί να αγοράσει κανείς με χρήματα.
Όσον αφορά δε την ποσότητα χρήματος, μπορεί να αυξάνεται ανάλογα με το ΑΕΠ, όταν όμως δεν κλιμακώνεται το χρέος της οικονομίας. Τα ελεύθερα χρεών χρήματα μπορεί να καταγράφονται είτε εκτός του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας (όπως συμβαίνει με τα νομίσματα), είτε εντός του – στο παθητικό ως ποσότητα χρήματος, καθώς επίσης στο ενεργητικό ως συμμετοχή στην οικονομία της χώρας.
Ολοκληρώνοντας, το πλήρες χρήμα θα μπορούσε να ανακουφίσει τον προϋπολογισμό της Ελβετίας – ειδικά επειδή η συμμετοχή των καντονιών στα κέρδη της κεντρικής τράπεζας ορίζεται από το σύνταγμα της χώρας, ήδη από το 1891. Εάν λοιπόν η κεντρική τράπεζα είχε το μονοπώλιο της δημιουργίας ηλεκτρονικών χρημάτων, τότε τα κέρδη της θα ήταν πολύ μεγάλα, ωφελώντας τους Πολίτες της και όχι τις τοκογλυφικές τράπεζες.
Τα νέα χρήματα που θα δημιουργούνταν θα μπορούσαν να καταλήξουν στην οικονομία μέσω των δημοσίων δαπανών, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν τόσο στην αποπληρωμή των δημοσίων χρεών, όσο και στη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων – ενώ θα δινόταν τέλος στη δικτατορία των τραπεζών.

Επίλογος

Είναι προφανής η τεράστια ευθύνη του χρηματοπιστωτικού κλάδου διεθνώς, στις κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών – οι οποίες εντείνονται συνεχώς, ενώ γίνονται όλο και πιο συχνές. Στα πλαίσια αυτά είναι επείγουσα και αναγκαία η ρύθμιση του,η οποία δεν πρόκειται να συμβεί εάν δεν αφαιρεθεί το «βασιλικό προνόμιο» που παραδόθηκε ανεύθυνα από τους πολιτικούς στις τράπεζες: η δημιουργία χρημάτων από το πουθενά.
Επίσης δεν πρόκειται να συμβεί, όσο οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη, οι οποίες διοικούν απολυταρχικά τα κράτη, ανήκουν στους διεθνείς τοκογλύφους – με αποτέλεσμα να εγγράφουν τεράστια κέρδη εις βάρος των Πολιτών.
Παράλληλα, διαστρεβλώνουν εντελώς τη λειτουργία της οικονομίας, μεταφέροντας μέσω των οικονομικών κρίσεων, των πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης κοκ., τα εισοδήματα του 99% του πληθυσμού στη μειοψηφική ελίτ του 1% – με αποτέλεσμα να γίνονται οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι.
Επομένως, η υιοθέτηση του πλήρους χρήματος, όπου τα δάνεια των εμπορικών τραπεζών θα καλύπτονται κατά 100% από τις καταθέσεις τους, καθώς επίσης η ανάκτηση του προνομίου της έκδοσης χρημάτων από εθνικοποιημένες πλέον κεντρικές τράπεζες, οφείλει να είναι η πρώτη προτεραιότητα των Πολιτών – την οποία πρέπει να επιβάλλουν στις κυβερνήσεις τους, με κάθε θυσία.
  

http://positivemoney.org/about/

http://www.vollgeld-initiative.ch/ansprechpartner/

        Βασίλης Βιλιάρδος
Βιβλιογραφία: Vollgeld Initiative, M. Joob, F. Engdahl